Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Συνέντευξη: Γιώργος Γεωργόπουλος (Tungsten)

Συνέντευξη στον Ιάκωβο Γωγάκη


“Η κρίση αξιών είναι αποτέλεσμα του καπιταλιστικού κόσμου” μας λέει ο Γιώργος Γεωργόπουλος κατά τη συνομιλία μας. Με ελάχιστο μπάτζετ, κάτι που με έμμεσο τρόπο υποδηλώνει και ο τίτλος του “Tungsten”, ο Γιώργος Γεωργόπουλος μπαίνει με το δεξί στα κινηματογραφικά δρώμενα της χώρας.

Λευκωσία, Κυριακή 2 Οκτωβρίου. Η έναρξη του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κύπρου συμπίπτει με την προβολή της ταινίας που ενθουσίασε κοινό και κριτική επιτροπή, δίνοντας σε όλους εμάς την εντύπωση πως στο “Tungsten” προτάσσονται κατάματα αλλά κρύβονται και υπόγεια θέματα και προβληματισμοί μακριά και πέρα από την ζοφερή ελληνική πραγματικότητα.

Πράγματι, η ασπρόμαυρη φωτογραφία, η αυθεντικότητα των ηρώων, οι ρεαλιστικοί διάλογοι, η παράλληλη πλοκή των ιστοριών και οι δυνατές ερμηνείες δένουν έξοχα με ότι ο δημιουργός θέλει να καταθέσει, για την οικονομική εξαθλίωση, το αμφίβολο μέλλον των νέων και για τη βία ως αποτέλεσμα τις ισοπέδωσης των σύγχρονων αξιών.

Μία μέρα μετά, συναντήσαμε τον νεαρό σκηνοθέτη, που κέρδισε εντέλει τη Χρυσή Αφροδίτη στο φεστιβάλ, για μια θεωρητικά ολιγόλεπτη συνέντευξη που εν τέλει μας παρέσυρε σε μια απρόβλεπτη κουβέντα 5 ωρών.

Ο Γιώργος Γεωργόπουλος αποτελεί την πλέον ελπιδοφόρα κινηματογραφική “φωνή” του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Σίγουρα στα πρώτα στάδια της εφηβείας του, εκεί που το μικρόβιο της αρχαιολογίας ελέω “Indiana Jones” άρχισε να τον τσιγκλάει, έπαιξε σημαντικό ρόλο ο πατέρας του (διευθυντής φωτογραφίας και με δική του εταιρεία παραγωγής) για να τον κατευθύνει στο τι είναι αυτό που φαντάζεται και ποια είναι η πραγματικότητα.

“Η ενασχόληση μου με το σινεμά ήταν φυσικό επακόλουθο. Βρισκόμουν από μικρός σε γυρίσματα, στο σπίτι μιλούσαμε για ταινίες. Πλέον δεν μπορώ ούτε να φανταστώ να κάνω κάτι άλλο” αναφέρει ο 36χρόνος σκηνοθέτης.

Μας μίλησε ακόμη και για τον Βαγγέλη Μουρίκη, αποκαλύπτοντας μας ότι τον ρόλο του τον είχε γράψει αποκλειστικά για αυτόν. Το ταλέντο του, η αφοσίωση και εμβάθυνση στο κείμενο τον κάνουν αμέσως έναν ιδανικό συνεργάτη, κατά τον Γιώργο Γεωργόπουλο.

Από τις Νύχτες Πρεμιέρας του 2010 στο φετινό 6ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κύπρου και από εκεί στη Νέα Υόρκη, το Μονπελιέ και την Αργεντινή, με την ταινία να βγαίνει στις αίθουσες ένα χρόνο μετά την πρώτη προβολή της. Συνήθως όλα αυτά γίνονται πιο γρήγορα. Έτυχε ή ηθελημένα άφησες το χρόνο να περάσει;


Πιστεύω ότι το καθετί βγαίνει στο χρόνο του. Με την ολοκλήρωση του “Tungsten” συνέχιζα να γυρίζω ντοκιμαντέρ, και παράλληλα για τα προς το ζην δούλευα στην εταιρία που μας άφησε ο πατέρας μου. Ξέρεις, και η διαδικασία των φεστιβάλ προϋποθέτει μια αναγκαστική γραφειοκρατική δουλειά, που αν δεν έχεις κάποιο άτομο να την τρέξει, μπορεί να κάνεις μόνο αυτό και να μένεις πίσω στο δημιουργικό κομμάτι. Τώρα η συγκυρία λειτούργησε με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνονται όλα ταυτόχρονα.

Αναφέρθηκες σε ντοκιμαντέρ. Θα έλεγες πως είναι το αγαπημένο σου είδος; Πριν το “Tungsten” έχεις και δείγματα μικρού μήκους ταινιών;

Μικρού μήκους ταινία αν εξαιρέσεις μία και μοναδική του 1993 για τη Σχολή Σταυράκου δεν έχω κάνει άλλη, αλλά δεν μπορώ να με φανταστώ χωρίς κάμερα ώστε να κινηματογραφώ αυτό που θα με τσιγκλήσει. Ακόμα και τώρα εδώ στη παλιά πόλη της Λευκωσίας, αυτές οι αντιθέσεις του παραδοσιακού στοιχείου με το σύγχρονο θα ήταν μια καλή αφορμή για ντοκιμαντέρ. Πριν μερικές μέρες γύρισα από ένα ταξίδι στη Γκάνα με αρκετό υλικό. Όπως το θέτεις ναι, λατρεύω το ντοκιμαντέρ αλλά και τη διαφήμιση που δεν τη βλέπω καθαρά βιοποριστικά.

Το “Tungsten” φέρνει τον αέρα του καλού γαλλικού σινεμά του 1950. Κάτι από τον οπτικό μινιμαλισμό του Μπρεσόν, όπως κι από τη γκονταρική υφή λόγου και εικόνας. Έχεις όντως τέτοια ερεθίσματα;

Αν κρατούσα κάτι από το γαλλικό σινεμά θα είναι ο Γκοντάρ και η μονταζιακή ελευθερία μέχρι αναρχία που με εκφράζει και ως τρόπος ζωής. Ακόμη ο λυρικός κινηματογράφος των αδελφών Νταρντέν αλλά και από την άλλη μεριά η σκληρότητα που ο Κιτάνο βλέπει τη σύγχρονη πραγματικότητα, είναι μερικά από τα ερεθίσματα μου. Βλέπω σινεμά, όμως προσπαθώ στο μέτρο του εφικτού να αποφεύγω τις επιρροές.

Οι χαρακτήρες σου ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, όμως υπάρχει κάτι που τους ενώνει, προφανώς η βία, λεκτική και σωματική. Από την άλλη μεριά ξεδιπλώνεις τις ιστορίες σου με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται μια συνέχεια. Το έργο δεν ξεκινά στη πρώτη σκηνή, υπάρχει μια προϊστορία των ηρώων από πίσω. Ήθελες κάτι να δείξεις με αυτό;

Ναι, θέλω να δώσω στον θεατή να αντιληφθεί πως μια ταινία είναι μεν κάτι που αρχίζει και τελειώνει, ένα κινηματογραφικό καρέ, αλλά υπάρχουν και πράγματα έξω από αυτό, που συνέβαιναν πριν, σα να προϋπήρχαν αυτοί οι χαρακτήρες και πιθανότατα συμβαίνουν και μετά. Έχει σημασία για μένα να αποτυπώνεται κινηματογραφικά η αίσθηση της χωροχρονικής συνέχειας, γιατί αυτό συμβαίνει και στην καθημερινότητα μας. Όσον αφορά τη βία, προσπάθησα να βάλω όσο το δυνατόν περισσότερες μορφές της βίας που μας περιβάλλουν σήμερα.

Εν προκειμένω, καταγράφεις μεταξύ άλλων μορφών βίας την κακοποίηση των γυναικών ή εν γένει θα έβλεπες την οικογενειακή βία ανεξάρτητα του φύλου;


Τι συμβαίνει όταν ένας άντρας θέλει να χτυπήσει; Μήπως η αδυναμία των ανθρώπων να επιβληθούν σε κάποιον πιο ισχυρό γίνεται πολλές φορές το όπλο τους έναντι του αδύνατου; Σίγουρα αυτό που ονομάζεται domestic violence, αφορά ως επί το πλείστων θύματα γυναίκες, και στην Ελλάδα τα περιστατικά γυναικείου ξυλοδαρμού είναι πολύ υψηλά, ανεξάρτητα αν αυτό κρύβεται και αποσιωπείται, με τις περισσότερες γυναίκες να μην αντιδρούν και να μην χωρίζουν, το οποίο είναι εξίσου τραγικό.

Θα σταθώ σε δυο σημεία της ταινίας σου, τα οποία βρήκα εξόχως ενδιαφέροντα. Όταν ο νεαρός πρωταγωνιστής αναζητεί εργασία, τον παρουσιάζεις χαμένο, επί της ουσίας να το κάνει σαν αγγαρεία, να προτιμά δηλαδή να μείνει άνεργος. Αποτυπώνει την άποψή σου για ένα σύγχρονο κομμάτι των νέων;

Στη συγκεκριμένη σκηνή ο ήρωας κομπλάρει. Αυτός ψάχνει κάτι που θα τον βολέψει, δηλαδή να γίνει κάτι παραπάνω απ’ ότι είναι. Μαζί με τον κολλητό του παρουσιάζονται ως δύο ήρωες που ζουν στο απόλυτο τίποτα. Μόλις έχουν γυρίσει από το σχολείο, δεν δουλεύουν, δεν σπουδάζουν, δεν προσπαθούν. Όλα τους φταίνε. Αναφέρομαι στη γενιά που βρίσκεται σε αυτό το μεταίχμιο. Είναι υπαρκτές οι ευθύνες τους αλλά θα πρέπει να δούμε και το οικογενειακό, κοινωνικό περιβάλλον που δεν τους διευκολύνει.



Το άλλο σημείο είναι η ρατσιστική αντιμετώπιση σε μια ομάδα μεταναστών, με τους τελευταίους να συνασπίζονται και να επιδιώκουν το οφθαλμών αντί οφθαλμού. Έχουμε δει κατά κόρον στο ελληνικό σινεμά μια τάση να παρουσιαστεί ο μετανάστης το θύμα. Αντίθετα στην Ευρώπη κινηματογραφικά, τα τελευταία χρόνια η προσέγγιση αρχίζει να ισορροπεί. Συμφωνείς τελικά πως το καυτό ζήτημα είναι πιο σύνθετο απ’ ότι παρουσιαζόταν έως τώρα;
Στην ελληνική κοινωνία όπως σχεδόν σε όλα έτσι και σε αυτό, υπάρχει μια αργοπορία στην ανάλυση και αντιμετώπιση των φαινομένων. Θεωρώ αδιανόητο είτε Έλληνας είναι κανείς είτε μετανάστης να κάθεται και να τρώει φάπες μια ζωή. Την εικόνα του μετανάστη-θύματος την έχω δει τόσες φορές γύρω μου που είναι σαν κλισέ και με απωθεί. Αν περιγράφει κάτι η ταινία είναι σίγουρα μια κρίση αξιών η οποία και είναι αποτέλεσμα του καπιταλιστικό κόσμου, που ευθύνεται για την ξενοφοβία και για τον λανθάνοντα ρατσισμό που μας περιτριγυρίζει. Αυτόν το συνασπισμό που αναφέρεις θα τον βλέπουμε ιδίως σε κοινωνίες όπως είναι η ελληνική με τον εργασιακό, κοινωνικό, φυλετικό και ρατσιστικό αποκλεισμό να αντιπροσωπεύει μια μόνιμη κατάσταση. Θα υπάρξει αντίδραση και ίσως βγει και σε καλό.

Αναδημοσίευση απο το SevenArt.gr