Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Movie Secrets in Festivals: Αλλοτρίωση( Βουλγαρία-Ελλάδα)




 Η Αλλοτρίωση του Μίλκο Λαζάροβ

                                                                                 

                                                                             Γράφει ο Ιάκωβος Γωγάκης








Φιλοσοφικός στοχασμός για μια μορφή ανθρώπινης ματαιοδοξίας που οδηγεί στην αλλοτρίωση πλαισιωμένος ταυτόχρονα με όλες τις γνωστές προβληματικές σχέσεις των μελών μιας οικογένειας που κρύβονται πολλές φορές κάτω από το χαλί. Ο Μίλκο Λαζάροβ αρχικά ακολουθεί τον ψυχολογικό σουρεαλισμό των Αρτούρο Ριπστάιν (Το Κάστρο της Αγνότητας) και Γιώργου Λάνθιμου (Κυνόδοντας) για να δώσει τελικά έναν διαφορετικό τόνο στο έργο πιο κοντά στο ρεαλιστικό σινεμά του Μάικ Λι και των βωβών αποξενωμένων χαρακτήρων του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ (Αποξένωση).
Εξαιρετική η εισαγωγή, με έναν άντρα να τραγουδάει acapella το παραδοσιακό «Το γιλεκάκι που φορείς». Βρισκόμαστε στην ελληνική επαρχία κάπου κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Ένα μελαγχολικό ζευγάρι απομονωμένο από τον έξω κόσμο δείχνει να έχει συνηθίσει τη βαρετή και καταδικασμένη ρουτίνα του. Κάτι τους λείπει και δεν είναι άλλο από ένα παιδί. Οι προσπάθειες τους δεν θα φέρουν κανένα αποτέλεσμα. Τότε αποφασίζουν να αγοράσουν παράνομα από την Βουλγαρία ένα νεογέννητο μωρό. Η τιμή καθορίζεται στις 11 χιλιάδες ευρώ. Για να περάσει από τα σύνορα διαμορφώνουν έναν ειδικό χώρο στο πορτμπαγκαζ του αυτοκινήτου καλυπτόμενο από μια δεξαμενή φυσικού αερίου. Η νύχτα είναι έντονη, δραματική και με πολλές ανατροπές. Το γιγαντιαίο ζήτημα της πώλησης βρεφών βρίσκεται σε πρώτο πλάνο αλλά σε δεύτερο και πιο σημαντικό είναι τα προβλήματα των ίδιων των σχέσεων που δεν επιλύονται ακόμη κι όταν εμφανίζεται στη ζωή τους ένα παιδί.

Το συγκεκριμένο ζευγάρι δεν έχει τίποτα που να τους ενώνει. Μεγάλη διαφορά ηλικίας, ένας ιδιότυπος ανδρικός φαλλοκρατισμός, καμία τρυφερότητα, σεξ από ανάγκη. Το παιδί είτε θα χρυσώσει το χάπι των δικών τους καταστροφικών επιλογών ή θα επιτείνει το ίδιο το πρόβλημα.
Ο Βούλγαρος σκηνοθέτης όσο περνάει η ώρα αυξάνει σταδιακά το κινηματογραφικό τέμπο αλλά θα επιμείνει μέχρι τέλους στα μακρόσυρτα μελαγχολικά πλάνα που αποτυπώνουν τη ζοφερή πραγματικότητα των κεντρικών του χαρακτήρων. Ο Χρήστος Στέργιογλου με την χαρισματική του φυσιογνωμία θα μπει πλήρως στην ιδιοσυγκρασία του ατόμου που βιώνει ψυχικά την απόλυτη ενοχή των δικών του επιλογών. Τα δευτερεύοντα πρόσωπα (η κατάκοιτη μητέρα του, η άβουλη σύντροφος, η μάνα του παιδιού) τοποθετούνται με έναν τρόπο τελετουργικό και αναπτύσσονται από τον σκηνοθέτη με τέτοιο τρόπο που να συνάδουν με την ατμόσφαιρα παρακμής του τοπίου αλλά και της ίδιας της ιστορίας.
Βραβείο καλύτερης βουλγάρικης ταινίας στο 17ο Φεστιβάλ Σόφιας (2013)
Βαθμολογία: 6/10

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Συνέντευξη: Γιώργος Γεωργόπουλος (Tungsten)

Συνέντευξη στον Ιάκωβο Γωγάκη


“Η κρίση αξιών είναι αποτέλεσμα του καπιταλιστικού κόσμου” μας λέει ο Γιώργος Γεωργόπουλος κατά τη συνομιλία μας. Με ελάχιστο μπάτζετ, κάτι που με έμμεσο τρόπο υποδηλώνει και ο τίτλος του “Tungsten”, ο Γιώργος Γεωργόπουλος μπαίνει με το δεξί στα κινηματογραφικά δρώμενα της χώρας.

Λευκωσία, Κυριακή 2 Οκτωβρίου. Η έναρξη του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κύπρου συμπίπτει με την προβολή της ταινίας που ενθουσίασε κοινό και κριτική επιτροπή, δίνοντας σε όλους εμάς την εντύπωση πως στο “Tungsten” προτάσσονται κατάματα αλλά κρύβονται και υπόγεια θέματα και προβληματισμοί μακριά και πέρα από την ζοφερή ελληνική πραγματικότητα.

Πράγματι, η ασπρόμαυρη φωτογραφία, η αυθεντικότητα των ηρώων, οι ρεαλιστικοί διάλογοι, η παράλληλη πλοκή των ιστοριών και οι δυνατές ερμηνείες δένουν έξοχα με ότι ο δημιουργός θέλει να καταθέσει, για την οικονομική εξαθλίωση, το αμφίβολο μέλλον των νέων και για τη βία ως αποτέλεσμα τις ισοπέδωσης των σύγχρονων αξιών.

Μία μέρα μετά, συναντήσαμε τον νεαρό σκηνοθέτη, που κέρδισε εντέλει τη Χρυσή Αφροδίτη στο φεστιβάλ, για μια θεωρητικά ολιγόλεπτη συνέντευξη που εν τέλει μας παρέσυρε σε μια απρόβλεπτη κουβέντα 5 ωρών.

Ο Γιώργος Γεωργόπουλος αποτελεί την πλέον ελπιδοφόρα κινηματογραφική “φωνή” του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Σίγουρα στα πρώτα στάδια της εφηβείας του, εκεί που το μικρόβιο της αρχαιολογίας ελέω “Indiana Jones” άρχισε να τον τσιγκλάει, έπαιξε σημαντικό ρόλο ο πατέρας του (διευθυντής φωτογραφίας και με δική του εταιρεία παραγωγής) για να τον κατευθύνει στο τι είναι αυτό που φαντάζεται και ποια είναι η πραγματικότητα.

“Η ενασχόληση μου με το σινεμά ήταν φυσικό επακόλουθο. Βρισκόμουν από μικρός σε γυρίσματα, στο σπίτι μιλούσαμε για ταινίες. Πλέον δεν μπορώ ούτε να φανταστώ να κάνω κάτι άλλο” αναφέρει ο 36χρόνος σκηνοθέτης.

Μας μίλησε ακόμη και για τον Βαγγέλη Μουρίκη, αποκαλύπτοντας μας ότι τον ρόλο του τον είχε γράψει αποκλειστικά για αυτόν. Το ταλέντο του, η αφοσίωση και εμβάθυνση στο κείμενο τον κάνουν αμέσως έναν ιδανικό συνεργάτη, κατά τον Γιώργο Γεωργόπουλο.

Από τις Νύχτες Πρεμιέρας του 2010 στο φετινό 6ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κύπρου και από εκεί στη Νέα Υόρκη, το Μονπελιέ και την Αργεντινή, με την ταινία να βγαίνει στις αίθουσες ένα χρόνο μετά την πρώτη προβολή της. Συνήθως όλα αυτά γίνονται πιο γρήγορα. Έτυχε ή ηθελημένα άφησες το χρόνο να περάσει;


Πιστεύω ότι το καθετί βγαίνει στο χρόνο του. Με την ολοκλήρωση του “Tungsten” συνέχιζα να γυρίζω ντοκιμαντέρ, και παράλληλα για τα προς το ζην δούλευα στην εταιρία που μας άφησε ο πατέρας μου. Ξέρεις, και η διαδικασία των φεστιβάλ προϋποθέτει μια αναγκαστική γραφειοκρατική δουλειά, που αν δεν έχεις κάποιο άτομο να την τρέξει, μπορεί να κάνεις μόνο αυτό και να μένεις πίσω στο δημιουργικό κομμάτι. Τώρα η συγκυρία λειτούργησε με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνονται όλα ταυτόχρονα.

Αναφέρθηκες σε ντοκιμαντέρ. Θα έλεγες πως είναι το αγαπημένο σου είδος; Πριν το “Tungsten” έχεις και δείγματα μικρού μήκους ταινιών;

Μικρού μήκους ταινία αν εξαιρέσεις μία και μοναδική του 1993 για τη Σχολή Σταυράκου δεν έχω κάνει άλλη, αλλά δεν μπορώ να με φανταστώ χωρίς κάμερα ώστε να κινηματογραφώ αυτό που θα με τσιγκλήσει. Ακόμα και τώρα εδώ στη παλιά πόλη της Λευκωσίας, αυτές οι αντιθέσεις του παραδοσιακού στοιχείου με το σύγχρονο θα ήταν μια καλή αφορμή για ντοκιμαντέρ. Πριν μερικές μέρες γύρισα από ένα ταξίδι στη Γκάνα με αρκετό υλικό. Όπως το θέτεις ναι, λατρεύω το ντοκιμαντέρ αλλά και τη διαφήμιση που δεν τη βλέπω καθαρά βιοποριστικά.

Το “Tungsten” φέρνει τον αέρα του καλού γαλλικού σινεμά του 1950. Κάτι από τον οπτικό μινιμαλισμό του Μπρεσόν, όπως κι από τη γκονταρική υφή λόγου και εικόνας. Έχεις όντως τέτοια ερεθίσματα;

Αν κρατούσα κάτι από το γαλλικό σινεμά θα είναι ο Γκοντάρ και η μονταζιακή ελευθερία μέχρι αναρχία που με εκφράζει και ως τρόπος ζωής. Ακόμη ο λυρικός κινηματογράφος των αδελφών Νταρντέν αλλά και από την άλλη μεριά η σκληρότητα που ο Κιτάνο βλέπει τη σύγχρονη πραγματικότητα, είναι μερικά από τα ερεθίσματα μου. Βλέπω σινεμά, όμως προσπαθώ στο μέτρο του εφικτού να αποφεύγω τις επιρροές.

Οι χαρακτήρες σου ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, όμως υπάρχει κάτι που τους ενώνει, προφανώς η βία, λεκτική και σωματική. Από την άλλη μεριά ξεδιπλώνεις τις ιστορίες σου με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται μια συνέχεια. Το έργο δεν ξεκινά στη πρώτη σκηνή, υπάρχει μια προϊστορία των ηρώων από πίσω. Ήθελες κάτι να δείξεις με αυτό;

Ναι, θέλω να δώσω στον θεατή να αντιληφθεί πως μια ταινία είναι μεν κάτι που αρχίζει και τελειώνει, ένα κινηματογραφικό καρέ, αλλά υπάρχουν και πράγματα έξω από αυτό, που συνέβαιναν πριν, σα να προϋπήρχαν αυτοί οι χαρακτήρες και πιθανότατα συμβαίνουν και μετά. Έχει σημασία για μένα να αποτυπώνεται κινηματογραφικά η αίσθηση της χωροχρονικής συνέχειας, γιατί αυτό συμβαίνει και στην καθημερινότητα μας. Όσον αφορά τη βία, προσπάθησα να βάλω όσο το δυνατόν περισσότερες μορφές της βίας που μας περιβάλλουν σήμερα.

Εν προκειμένω, καταγράφεις μεταξύ άλλων μορφών βίας την κακοποίηση των γυναικών ή εν γένει θα έβλεπες την οικογενειακή βία ανεξάρτητα του φύλου;


Τι συμβαίνει όταν ένας άντρας θέλει να χτυπήσει; Μήπως η αδυναμία των ανθρώπων να επιβληθούν σε κάποιον πιο ισχυρό γίνεται πολλές φορές το όπλο τους έναντι του αδύνατου; Σίγουρα αυτό που ονομάζεται domestic violence, αφορά ως επί το πλείστων θύματα γυναίκες, και στην Ελλάδα τα περιστατικά γυναικείου ξυλοδαρμού είναι πολύ υψηλά, ανεξάρτητα αν αυτό κρύβεται και αποσιωπείται, με τις περισσότερες γυναίκες να μην αντιδρούν και να μην χωρίζουν, το οποίο είναι εξίσου τραγικό.

Θα σταθώ σε δυο σημεία της ταινίας σου, τα οποία βρήκα εξόχως ενδιαφέροντα. Όταν ο νεαρός πρωταγωνιστής αναζητεί εργασία, τον παρουσιάζεις χαμένο, επί της ουσίας να το κάνει σαν αγγαρεία, να προτιμά δηλαδή να μείνει άνεργος. Αποτυπώνει την άποψή σου για ένα σύγχρονο κομμάτι των νέων;

Στη συγκεκριμένη σκηνή ο ήρωας κομπλάρει. Αυτός ψάχνει κάτι που θα τον βολέψει, δηλαδή να γίνει κάτι παραπάνω απ’ ότι είναι. Μαζί με τον κολλητό του παρουσιάζονται ως δύο ήρωες που ζουν στο απόλυτο τίποτα. Μόλις έχουν γυρίσει από το σχολείο, δεν δουλεύουν, δεν σπουδάζουν, δεν προσπαθούν. Όλα τους φταίνε. Αναφέρομαι στη γενιά που βρίσκεται σε αυτό το μεταίχμιο. Είναι υπαρκτές οι ευθύνες τους αλλά θα πρέπει να δούμε και το οικογενειακό, κοινωνικό περιβάλλον που δεν τους διευκολύνει.



Το άλλο σημείο είναι η ρατσιστική αντιμετώπιση σε μια ομάδα μεταναστών, με τους τελευταίους να συνασπίζονται και να επιδιώκουν το οφθαλμών αντί οφθαλμού. Έχουμε δει κατά κόρον στο ελληνικό σινεμά μια τάση να παρουσιαστεί ο μετανάστης το θύμα. Αντίθετα στην Ευρώπη κινηματογραφικά, τα τελευταία χρόνια η προσέγγιση αρχίζει να ισορροπεί. Συμφωνείς τελικά πως το καυτό ζήτημα είναι πιο σύνθετο απ’ ότι παρουσιαζόταν έως τώρα;
Στην ελληνική κοινωνία όπως σχεδόν σε όλα έτσι και σε αυτό, υπάρχει μια αργοπορία στην ανάλυση και αντιμετώπιση των φαινομένων. Θεωρώ αδιανόητο είτε Έλληνας είναι κανείς είτε μετανάστης να κάθεται και να τρώει φάπες μια ζωή. Την εικόνα του μετανάστη-θύματος την έχω δει τόσες φορές γύρω μου που είναι σαν κλισέ και με απωθεί. Αν περιγράφει κάτι η ταινία είναι σίγουρα μια κρίση αξιών η οποία και είναι αποτέλεσμα του καπιταλιστικό κόσμου, που ευθύνεται για την ξενοφοβία και για τον λανθάνοντα ρατσισμό που μας περιτριγυρίζει. Αυτόν το συνασπισμό που αναφέρεις θα τον βλέπουμε ιδίως σε κοινωνίες όπως είναι η ελληνική με τον εργασιακό, κοινωνικό, φυλετικό και ρατσιστικό αποκλεισμό να αντιπροσωπεύει μια μόνιμη κατάσταση. Θα υπάρξει αντίδραση και ίσως βγει και σε καλό.

Αναδημοσίευση απο το SevenArt.gr

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Μια ταινία για την Κύπρο. Fish n’ Chips του Ηλία Δημητρίου

 Fish n’ Chips του Ηλία Δημητρίου

 

 Post image for Πρώτη κριτική στο Fish n’ Chips του Ηλία Δημητρίου

 

 

Τόσο διαφορετική, τόσο ανθρώπινη, σύγχρονη και ρεαλιστική ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ταινία που αφορά την Κύπρο.

Παρουσίαση και κριτική από το Φεστιβάλ της Αθήνας « Νύχτες Πρεμιέρας»
Του Ιάκωβου Γωγάκη
Fish n’ Chips
Με τους: Μάριο Ιωάννου, Άλκηστι Παυλίδου, Διομήδη Κουφτερό,  Μάρλεν Καμίνσκι, Αν Μαρί Ο Σάλιβαν, Μαργαρίτα Ζαχαρίου

Η καθημερινότητα και η ρουτίνα για τον κυπριακής καταγωγής Άντι [Μάριο Ιωάννου], που ζει στο Λονδίνο, ανατρέπεται, όταν η μητέρα του [Άλκηστις Παυλίδου] επιβαρημένη και από Αλτσχάιμερ, εκφράζει την επιθυμία να επιστρέψει πίσω στην πατρίδα.
Η απόφασή του για ολιγοήμερες διακοπές στην Λάρνακα, βρίσκει αντίθετο τον Τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη του εστιατορίου όπου εργάζεται. Ο Άντι απολύεται και μαζί με την μητέρα, την Γερμανίδα σύντροφό του [Μάρλεν Καμίνσκι]  και την κόρη της [Αν Μαρί Ο Σάλιβαν], αποφασίζουν να κάνουν το ταξίδι προς την Κύπρο.
Η πραγματική εικόνα των ανθρώπων αλλά και  του ίδιου του τόπου, αρχίζουν να διαφαίνονται κατά την διαμονή τους στο σπίτι του αδελφού του [Διομήδης Κουφτερός] και της συζύγου του [Μαργαρίτα Ζαχαρίου], αλλά και την στιγμή που θα αποφασίσει να ανοίξει ένα μαγαζί « Fish n’ Chips».
Μερικές μέρες είναι αρκετές για να συνειδητοποιήσει ο βασικός πρωταγωνιστής και η οικογένειά του πως η Κύπρος δεν είναι αυτό που είχαν στο μυαλό τους.
Η γραφικότητα του Άντι κρύβει μια ανθρωπιά που δεν μπορεί να την αντιληφθεί ο παραζαλισμένος από την  φαινομενική καλοζωία Κύπριος,  ο οποίος παρουσιάζεται στην ταινία να πορεύεται χωρίς στόχους, να επενδύει στο επιφανειακό, να κρύβει κόμπλεξ, ιδεοληψίες, να βρίσκει διέξοδο στα ναρκωτικά, να ζει μέσα στο απόλυτο κενό.

Ο Ηλίας Δημητρίου άργησε να κάνει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, αλλά τώρα σίγουρα δικαιώνει όσους για χρόνια τον προέτρεπαν να το τολμήσει.
Ο σκηνοθέτης με πινελιές γλυκόπικρου χιούμορ, ενίοτε και σαρκασμού,  ακολουθεί μια παράλληλη πορεία με το « Soul Kitchen» του Φατίχ Ακίν για τα όνειρα και τις ψευδαισθήσεις μιας χώρας εξιδανικευμένης για όσους είναι μακριά, άλλα και αδυσώπητα σκληρής όταν την ζήσεις από κοντά. Για τον Δημητρίου ο πρόσφυγάς και ο μετανάστης χρειάζεται να πολεμήσει ακόμα και μέσα στην ίδια του την πατρίδα την ρετσινιά του «ξένου», του «άλλου», του «διαφορετικού».
Το τέλος του έργου με την αποκάλυψη μιας  κρυφής «αμαρτίας» της μητέρας, εκεί δίνεται και μια άλλη διάσταση με πολιτικό και ανθρώπινο περιεχόμενο, όταν στο πρόσωπο ενός Τουρκοκύπριου δεν βρίσκεται ο εχθρός και η θρησκεία του.
Τόσο διαφορετική, τόσο ανθρώπινη, σύγχρονη και ρεαλιστική, ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ταινία που αφορά την Κύπρο.
fish2

ΧΡΥΣΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ " ΦΑΟΥΣΤ" ΤΟΥ ΣΟΚΟΥΡΟΦ.

Venice 68 - Βραβεία: Διάκριση για τον Λάνθιμο

11 Σεπτεμβρίου 2011 | SevenArt.gr



Του ανταποκριτή μας στη Βενετία
Ιάκωβου Γωγάκη

Οι φήμες επιβεβαιώθηκαν και ο “Faust” του Αλεξάντερ Σοκούροφ κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι Καλύτερης Ταινίας στο 68ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.
Ένας σπουδαίος δημιουργός που διαθέτει μια εντυπωσιακή εικαστική γλώσσα σε όλα του τα έργα, με την ταινία του “Μητέρα και γιος” να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, βρέθηκε στη Βενετία με το πολυδάπανο έργο  του “Faust”, κλείνοντας ταυτόχρονα τον κύκλο ταινιών “Η Φύση της Εξουσίας”.
Η ταινία, κατά γενική ομολογία, δεν ενθουσίασε ούτε το κοινό αλλά ούτε και εμάς τους δημοσιογράφους, όμως δεν αποδοκιμάστηκε η απόφαση της κριτικής επιτροπής όπως συνέβη πέρυσι με το “Somewhere" της Σοφία Κόπολα. Με αυτό τον τρόπο αναγνωρίστηκε όμως η αξία του Ρώσου σκηνοθέτη. Άλλωστε, ο Σοκούροφ αντιμετώπισε πολλές οικονομικές δυσκολίες για να ολοκληρώσει το έργο αυτό, αφού για καιρό το Ρωσικό Κέντρο Κινηματογράφου αρνιόταν να χρηματοδοτήσει την ταινία. Ο Σοκούροφ παρέλαβε το μεγάλο βραβείο απο τον Πρόεδρο της κριτικής επιτροπής Ντάρεν Αρονόφσκι.
Αντιθέτως, μείναμε με ανοιχτό το στόμα στο άκουσμα του δεύτερου μεγάλου βραβείου του φεστιβάλ, το Αργυρό Λιοντάρι, μιας και δόθηκε στο κινέζικο secret movie του διαγωνιστικού (“Ren Shan Ren Hai“), με τους δημοσιογράφους να μην κρυβουν την απογοήτευσή τους.
Ο Γιώργος Λάνθιμος με τις αμφιλεγόμενες “Άλπεις” του, κέρδισε το Βραβείο Σεναρίου. Κατά την απονομή, ευχαρίστησε τον διευθυντή του Φεστιβάλ Μάρκο Μύλερ για την εμπιστοσύνη που του έδειξε, κάτι που δεν έπραξε το Φεστιβάλ των Καννών στην πρόσφατη διοργάνωση του.
Κατά τα λοιπά, επιβεβαιωθήκαμε για την εκπληκτική ερμηνεία του Μάικλ Φασμπέντερ στην ταινία “Shame” του Στιβ ΜακΚουίν, μιας και παρέλαβε το βραβείο ανδρικού ρόλου, όπως επίσης και για την προερχόμενη απο το Χονγκ Κονγκ Ντίνι Γιπ, για τη συγκινητικη ερμηνεία της στην ταινία της Αν ΧούιΜια Απλή Ζωή”.
Άξιζε και εντέλει το πήρε το βραβείο η Άντρεα Άρνολντ, για τη φωτογραφία της ταινίας “Ανεμοδαρμένα Ύψη”, ενώ το Βραβείο της Επιτροπής δόθηκε στο ιταλικό “Terraferma”, για το οποίο γράψαμε εκτενώς σε προηγούμενες ανταποκρίσεις μας. Το Βραβείο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι δόθηκε στον σημαντικό Ιάπωνα σκηνοθέτη Σίον Σόνο για το “Himizu”, ένα έργο βίαιο και συνάμα ανθρώπινο για τη σύγχρονη Ιαπωνία.
 
Αναλυτικά τα βραβεία:
Χρυσός Λέων Καλύτερης Ταινίας
Faust, του Αλεξάντερ Σοκούροφ (Ρωσία)
Αργυρός Λέων Σκηνοθεσίας
Σανγκγιούν Κάι για την ταινία Ren Shan Ren Hai (People Mountain People Sea) (Κίνα - Χονγκ Κονγκ)
Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής
Terraferma του Εμανουέλε Κριαλέζε (Ιταλία)
Coppa Volpi Ανδρικής Ερμηνείας
Μάικλ Φασμπέντερ για την ερμηνεία του στο Shame του Στιβ ΜακΚουίν (Ηνωμένο Βασίλειο)
Coppa Volpi for Γυναικείας Ερμηνείας
Ντίνι Γιπ για την ερμηνεία της στο Tao jie (A Simple Life) της Αν Χούι (Κίνα - Χονγκ Κονγκ)
Βραβείο Marcello Mastroianni Πρωτοεμφανιζόμενου Ηθοποιού
Σότα Σομετάνι και Φούμι Νικάιντο για την ερμηνεία τους στο Himizu του Σίον Σόνο (Ιαπωνία)
Βραβείο Φωτογραφίας
Ρόμπι Ράιαν για την ταινία Ανεμοδαρμένα Ύψη της Άντρεα Άρνολντ (Ηνωμένο Βασίλειο)
Βραβείο Σεναρίου
Γιώργος Λάνθιμος και Ευθύμης Φιλίππου για την ταινία Άλπεις (Alps) του Γιώργου Λάνθιμου (Ελλάδα)
Βραβείο “Luigi De Laurentiis”
Là-bas του Γκίντο Λομπάρντι (Ιταλία) - Διεθνής Εβδομάδα Κριτικής

Σχόλιο
Παρακολουθώντας για χρόνια τη διαδικασία των μεγάλων κινηματογραφικών φεστιβάλ, αισθάνομαι συχνά απογοητευμένος με τον τρόπο που οι ιθύνοντες των διοργανώσεων αυτών δίνουν τα βραβεία. Πολλές φορές, η απονομή ενός βραβείου εμπεριέχει σκοπιμότητες, ώστε να διατηρούνται περίεργες ισορροπίες. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, πώς στο φετινό Φεστιβάλ Βενετίας καμία ταινία προερχόμενη απο την αγγλοσαξονική σχολή κινηματογράφου δεν πήρε κάποιο σημαντικό έπαινο, παρά το γεγονός πως υπήρξε μεγάλος αριθμός τέτοιων ταινιών στο διαγωνιστικό τμήμα. Το “Ides of March” του Τζωρτζ Κλούνεϊ θα βρεθεί σίγουρα να διεκδικεί κάποιο Όσκαρ, το “Shame” του ΜακΚουίν θα ακουστεί όσο λίγες ταινίες φέτος, ενώ ο Ρομάν Πολάνσκι με το “Carnage” παραδίδει μαθήματα σκηνοθεσίας για ακόμα μια φορά.
Ο λόγος για όλα τα παραπάνω πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός πως υπάρχουν αυτή την περίοδο εν εξελίξει, κι άλλα κινηματογραφικά φεστιβάλ όπως του Τορόντο, της Νέας Υόρκης, του Σικάγο και του Τόκιο, με τις ταινίες αυτές να βρίσκονται σε κάποια απο αυτά. Έτσι, λοιπόν, στο Φεστιβάλ της Βενετίας παρατηρείται συχνά το φαινόμενο, μια αξιόλογη παραγωγή να μην τιμάται, αφήνοντας αυτό να το πράξει κάποιο άλλο Φεστιβάλ, και να επιλέγει δημιουργούς λιγότερο προβεβλημένους. Είναι μια άποψη αποδεκτή, μα νομίζω ότι στο τέλος της μέρας αυτό που μετρά είναι η ίδια η ταινία κάτι που δυστυχώς πολύ συχνά δεν λαμβάνεται υπόψιν.
ΙΑΚΩΒΟΣ ΓΩΓΑΚΗΣ

Που θα πάνε τα βραβεία του 68ου Φεστιβάλ Βενετίας


Που θα πάνε τα βραβεία του 68ου Φεστιβάλ Βενετίας

Γράφει ο Ιάκωβος Γωγάκης
Τι είδαμε, τι μας άρεσε και τι όχι, σε ένα Φεστιβάλ με δυναμική έναρξη χωρίς την ανάλογη συνέχεια.
Λίγες ώρες απομένουν πριν το 68ο  Φεστιβάλ Βενετίας ρίξει αυλαία και είναι κοινή διαπίστωση όσων το παρακολουθούμε από την αρχή,  πως η πολύ δυναμική έναρξη των πρώτων ημερών δεν είχε την ανάλογη συνέχεια. Σημείο καμπής είναι η 5η Σεπτεμβρίου, μετά δηλαδή την προβολή του δυνατού θρίλερ του Άλφρεντσον « Tinker,Tailor, Soldier, Spy» Όσο ο χρόνος περνά τόσο εκτιμούμε την εναρκτήρια ταινία του Τζορτζ Κλούνεϊ « The Ides of March». Ο φημισμένος ηθοποιός  διαρκώς βελτιώνεται σκηνοθετικά, και με  υπόθεση που θα μπορούσε να την δει κανείς και εκτός του χώρου της πολιτικής, ταρακουνάει συθέμελα  τα δύο κόμματα εξουσίας των Η.Π.Α, σαρκάζει την ματαιότητα των ατομικών επαγγελματικών φιλοδοξιών, όπως την όρισε ο Ντέιβιντ Μάμετ στα « Οικόπεδα με Θέα». Έργο που θα παίξει σε υποψηφιότητες στα Όσκαρ με δεδομένο το όνομα του βασικού πρωταγωνιστή Ράιαν Γκόσλινγκ να έχει τον πρώτο λόγο ,πολιορκώντας την συγκεκριμένη κατηγορία και με την ταινία «Drive» που βγαίνει στις αίθουσες της Κύπρου το επόμενο διάστημα.
Είμαι απόλυτα πεπεισμένος πως η ταινία που θα γράψει την δικιά της ιστορία μέσα στον χρόνο  είναι το « Shame» ( Ντροπή) του Βρετανού Στιβ ΜακΚουίν που πλέον από την ανωνυμία θα περάσει σε ένα άλλο σκαλί, αποκτώντος και ο ίδιος την φήμη που του αξίζει. Ο Μάικλ Φασμπίντερ είναι έξοχος στον ρόλο ενός 30αρη που ζει σαν ρομπότ, με τις ίδιες καθημερινές συνήθειες και απολαύσεις που τον οδηγούν στην απομόνωση και στην δυστυχία. Άξια δίπλα του στέκεται η Κάρι Μούλιγκαν στον ωριμότερο ρόλο της καριέρας της. Δεν τον κρύβω πως θα ήθελα να δω το έργο αυτό να κερδίζει το Χρυσό Λιοντάρι.
Από την άλλη το «Carnage» (Σφαγή),  έχει μεν την υπογραφή του Ρόμαν Πολάνσκι, μόνο που ο Πολωνός δημιουργός, δεν βάζει μόνο την υπογραφή του. Το έργο κτισμένο μέσα σε τέσσερεις τοίχους, σκηνοθετείται αριστουργηματικά, αναδεικνύοντας τα διαχρονικά ζητήματα του γάμου, με τις στιγμές έντασης να τις διαδέχονται απανωτά οι στιγμές γέλιου και κατανόησης με μια τρομερή ομάδα πρωταγωνιστών. Η ταινία έχει μόνο ένα αρνητικό στοιχείο. Το γεγονός πως το θέμα που διαπραγματεύεται είναι χιλιοειπωμένο και κινηματογραφικά και θεατρικά παιγμένο, αλλά αυτό δεν είναι ικανό να στερήσει από το φιλμ την ανεκτίμητη αξία του. Είμαι περίεργος για την  υποδοχή που θα του επιφυλάξουν οι Αμερικάνοι στο Φεστιβάλ της Νέας Υόρκης, με δεδομένη την απουσία του Πολάνσκι από το φεστιβάλ. Είναι σίγουρα άλλη μια ταινία που θα άξιζε το Χρυσό Λιοντάρι.
Το « Άσε το Κακό να Μπεί» θεωρήθηκε ίσως το καλύτερο ευρωπαϊκό θρίλερ των τελευταίων ετών. Με το « Tinker, Tailor, Soldier, Spy» o Σουηδός Τόμας Άλφρεντσον, γίνεται γνωστός παγκόσμια, με την διασκευή της ιστορίας του Λε Καρέ, παιχνίδια κατασκόπων την περίοδο του ψυχρού πολέμου, να αποτελούν μια καλή αφορμή να δούμε μια εντελώς φρέσκια σκηνοθετική ματιά, μακριά απ’ ότι είμαστε συνηθισμένοι να βλέπουμε. Η βρετανική φλεγματικότητα αναδεικνύεται, η ατμόσφαιρα των εικόνων και των διαλόγων  καθηλώνουν τον θεατή, και η ερμηνεία του Γκάρι Όλντμαν να κλέβει τις εντυπώσεις από τον Οσκαρικό Κόλιν Φερθ. Αισθάνομαι από την άλλη πως η κριτική επιτροπή της Βενετίας, θα παρακολούθησε ευχάριστα το κατασκοπευτικό θρίλερ, όχι όμως στον βαθμό για να του δώσει ιδιαίτερους επαίνους. Η όποια αναγνώριση του έργου θα έρθει πιστεύω από την Αμερική.
Απόλαυση το «Chicken with Plums» ( Κοτόπουλο με Δαμάσκηνα) της Μαρζάν Σατραπή  του αγαπημένου «Περσέπολις». Μας οδηγεί στον κόσμου του φανταστικού, που θα θέλαμε να ζήσουμε. Ο Μάθιου Αμαλριτς ως ο εσωστρεφής Νάσερ είναι καταπληκτικός, γιατί λοιπόν  να μην κέρδιζε και το βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας.
Αφού μιλάμε για ερμηνείες, η Κινέζα ηθοποιός Deannie Yip μας συγκίνησε στο τρυφερό «A simple Life» (Μια απλή ζωή) της Αν Χούι( που μας έφερε στο μυαλό το Tokyo Story) όπως επίσης και η Αγγελική Παπούλια στην μακριά από την δική μου αισθητική ταινία «Άλπεις» του Λάνθιμου, με φαβορί της κατηγορίας για βραβείο Α γυναικείου να πηγαίνει στην Κίρα Νάιτλι για το μέτριο φιλμ του Κρόνενμπεργκ «Μια Επικίνδυνη Μέθοδος».
Πολύ ακούγεται ο « Φάουστ» του Σοκούροφ για το Χρυσό Λιοντάρι, παρά το γεγονός πως η συντριπτική πλειοψηφία των δημοσιογράφων συμφωνούμε πως το έργο του δεν είχε τίποτα καινούργιο να προσφέρει στον γνωστό μύθο.
Η Ιταλία βρίσκεται κινηματογραφικά σε ανοδική πορεία. Οι τρεις ταινίες του διαγωνιστικού άφησαν πολύ θετικές εντυπώσεις, με το « Terraferma» να μας κερδίζει περισσότερο. Mε την μετανάστευση στο προσκήνιο, την ανηθικότητα των νόμων και την ανθρωπιά των πολιτών να ενώνονται σε ένα ντελίριο συγκίνησης και έντονων συναισθημάτων.
Τα βάρη της καθημερινότητας και των οικογενειακών υποχρεώσεων ανέδειξε η σπουδαία Ιταλίδα Κριστίνα Κομενσίνι στο δράμα « Όταν η Νύχτα» και το δράμα ως κωμωδία ο Πασινότι στο φανταστικό “animation”  «Η Τελευταία Μέρα στη Γή».
Κάπου στο βάθος συναντήσαμε τον Λαρς Φον Τρίερ με αναφορές στον αγαπημένο και αμφιλεγόμενο δημιουργό από την Άντρεα Άρνολντ ( Ανεμοδαρμένα Ύψη) και Έιμπελ Φεράρα ( Η Τελευταία Μέρα στη Γή) σε δύο θετικές στιγμές του διαγωνιστικού.
Οι « Εκτός Συναγωνισμού» ήταν μια μεγάλη απογοήτευση με τις καλύτερες ταινίες να τις βλέπουμε τις πρώτες μέρες. Όπως αναφέραμε και σε μια άλλη ανταπόκριση, ενθουσιαστήκαμε και παρασυρθήκαμε από το «Mildred Pierse» του Τοντ Χεινς που όσοι το δουν δεν μπορεί να μην βρουν κάτι από την ζωή τους.
Η Μαντόνα με το «W.E» κέρδισε την συμπάθεια μας παρά το γεγονός πως χλευάστηκε από μερίδα δημοσιογράφων.
Τα   «Summer Games» του Ρονάλντο Κόλα , που κάθε άλλο από ανέμελα καλοκαιρινά παιχνίδια μπορεί να θυμίζει. Δύο οικογένειες στις καλοκαιρινές τους διακοπές θα αναμετρηθούν με τις εξαρτήσεις τους, τις ανασφάλειες τους και  με τα παιδιά να είναι τα θύματα του ορθού ρητού «Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα» με ένα αξιόλογο soundtrack στα θετικά.
Είδαμε ένα  ρετρό αφιέρωμα στο Φεστιβάλ Βενετίας των δεκαετιών 60 και 70, τότε που η λάμψη συνδεόταν με την πολιτική. Τότε που οι μεγάλοι δημιουργοί προσέφεραν στον θεσμό μιαν άλλη διάσταση.  Φελίνι, Ροσελίνι,  Ντένις Χόπερ, Μάρτιν Σκορτσέζε, μερικές παρουσίες που μένουν στην μνήμη μας.
Το ντοκιμαντέρ για τα γεγονότα στην Αίγυπτο, ήταν μια κατά μέτωπο επίθεση στον επί πολλών δεκαετιών πρόεδρο της χώρας Χόσνι Μουμπάρακ. Οι διαδηλώσεις στην πλατεία Ταχρίρ παρουσιάστηκαν μέσα από τις διάσπαρτες απόψεις νέων και μεγαλύτερων και πολιτικών του αντιπάλων.
Η μεγάλη διαδήλωση της Γένοβα του 2001 και η δολοφονία του Κάρλο Τζουλιάνι στο ντοκιμαντέρ « Black Block». Η Ιστορία ξύνει πληγές, αλλά επί της ουσίας δεν προεκτείνει τη σκέψη για τα αίτια αυτής της τραγωδίας και για το μέλλον των κινητοποιήσεων.
Από το Μεξικό η ερωτική ιστορία ενός πολιτικοποιημένου περιθωριακού νέου και της φίλης του στο « El lenguaje De los Machetes» που μας έφερε σκληρές ανθρώπινες εικόνες των έργων του Αλεχάντρο Γκονζάλεζ Ιναρίτου.
Συνεχίζουμε να βλέπουμε ταινίες, περιμένοντας τα τελικά αποτελέσματα βράδυ Σαββάτου.

7-8 μέρα Φεστιβάλ Βενετίας. Προς την τελική ευθεία

Post image for Προς την τελική ευθεία το Φεστιβάλ Βενετίας

Προς την τελική ευθεία το Φεστιβάλ Βενετίας

Γράφει ο Ιάκωβος Γωγάκης

Τρείς μέρες πριν την επίσημη λήξη του 68ου Φεστιβάλ Βενετίας, εξακολουθούμε να βλέπουμε ενδιαφέρουσες ταινίες στο διαγωνιστικό κομμάτι, επιβεβαιώνοντας την αρχική εκτίμηση για το ισχυρότερο Lineup έργων της τελευταίας δεκαετίας. Αντίθετα στις εκτός συναγωνισμού, είναι διάχυτη ή αίσθηση πως ένα μεγάλο μέρος υστερεί σε αξία, παρά το γεγονός πως παρουσιάζονται διαφορετικές θεματολογίες και αφιερώματα όπως αυτό στον Ιταλικό Κινηματογράφο του 1960-1980.


Ανεμοδαρμένα Ύψη της Άντρεα Άρνολντ ( Διαγωνιστικό)

james-howson-wuthering-heights
Το μυθιστόρημα «Ανεμοδαρμένα Ύψη », 20 χρόνια μετά την πρώτη κινηματογραφική εκδοχή του βρετανού σκηνοθέτη Πιτερ Κοσμίνσκι με πρωταγωνιστές τότε την Ζιλιέτ Μπινός και τον Ρέιφ Φάινς, το είδαμε ξανά στην μεγάλη οθόνη της Sala Darsena της Βενετίας με την σφραγίδα της επίσης βρετανίδας  Άντρεα  Άρνολντ. Η 50 χρονη Άρνολντ  με επιστέγασμα της μέχρι τώρα σταδιοδρομίας της  το Όσκαρ για την ταινία μικρού μήκους  «Wasp»( 2003) και του   αισιόδοξου κοινωνικού δράματος  «Fish Tank »( 2009), παρουσίασε την γνωστή ρομαντική-δραματική ιστορία του Χίθκλιφ και της Κάτυ σε μια νέα version με φαρδιά πλατιά την σφραγίδα της Άρνολντ.
Έπειτα από πολλές καραμπόλες, με αλλαγή σκηνοθέτη, αλλαγή ηθοποιών( αρχικά τον ρόλο της θα τον υποδυόταν η Νάταλι Πόρτμαν, ανατέθηκε στην ταλαντούχα δημιουργό η σκηνοθετική επίβλεψη. Ενώ ο Κοσμίσκι έδωσε στο μυθιστόρημα μια περισσότερο χολιγουντιανή εκδοχή, η Άρνολντ έδωσε τον αντίθετο τόνο. Οθόνη 4:3, ασπρόμαυρη φωτογραφία, με το « Δόγμα» του Τρίερ να ξαναζωντανεύει, κάμερα στο χέρι, γυρίσματα σε φυσικούς χώρους, φυσικός ήχος, αλλά και μια γενικότερη αίσθηση Τρίερ με το άγριο τοπίο να παραπέμπει στην πρόσφατη φιλμογραφία του, και την επιβεβαίωση πως η Άρνολντ είναι πραγματικά σπουδαία σκηνοθέτης. Από την άλλη είναι τόσο αργό, υπερβολικά μεγάλο σε χρόνο, και το κυριότερο η έλλειψη της αναγκαίας λεκτικής και κινηματογραφικής « δράσης» μέσα στην ίδια μουντή ατμόσφαιρα. Ακόμα έναν ανερχόμενο σταρ ανακάλυψε η Άρνολντ τον Τζέιμς Χόσον , όπως επίσης κερδίζει την προσοχή και  ή Κάγια Σκοντελάριο.

Teraferma( Ηπειρώτικη γη) του Εμανουέλ Κριαλέζε ( Διαγωνιστικό)

terraferma
Ο Κριαλέζε παρά το γεγονός πως σε μεγάλη μερίδα Ιταλών, είναι ένα άγνωστο όνομα, στο εξωτερικό καταφέρνει να ακούγεται και να διακρίνεται, όπως με το « Ανασαίνω» το 2002 με τη Βαλέρια Γκολίνο. Στην «Ηπειρώτικη γη» που είδαμε εδώ στη Βενετία ο Ιταλός σκηνοθέτης καταπιάνεται με το καυτό στην Ιταλία και όχι μόνο, θέμα των λαθρομεταναστών.  Το  νησί Λινόσα ανάμεσα στην Μάλτα και την Τυνησία, μαστίζεται από τους χιλιάδες παράνομους μετανάστες που δια θαλάσσης προσπαθούν να φτάσουν στη γη της επαγγελίας. Όταν από μια βάρκα πέφτει στο νερό μια έγκυος και ο γιός της, ένας παππούς με τον εγγονό του τους μαζεύουν και τους φιλοξενούν στο σπίτι τους. Αυτό με τον νέο ιταλικό νόμο θεωρείται παράνομο. Απ’ εκείνο το σημείο ξεδιπλώνεται η συγκλονιστική ιστορία του Κριαλέζε σε μια ακόμα καλύτερη εκδοχή από το «Le Havre» του Καουρίσμάκι που είδαμε στις Κάννες. Πάνω στους κατατρεγμένους και απελπισμένους ανθρώπους τα κράτη στήνουν ένα παιχνίδι που τελικά δεν οδηγεί πουθενά. Οι μόνιμοι κάτοικοι αναγκάζονται πολλές φορές να βρεθούν ενώπιος ενωπίο με ηθικά διλήμματα και τελικά να υποκύπτουν στους παράλογους νόμος. Αυτό θα πράξουν τελικά και οι ήρωες του Κριαλέζε; Ανατρεπτικό το τέλος, αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές μας. Φωτογραφία υπέροχων τοπίων, κάμερα πότε στο «βυθό» και πότε στον « ουρανό», με μια ομάδα ηθοποιών  που χαράσσεται στη μνήμη.

DARKE HORSE του Τοντ Σολοντζ ( Διαγωνιστικό)

5
Επαναλαμβανόμενος Τοντ Σολοντζ με την Αμερικανική « φαμίλια» πάλι ως κεντρικό θέμα.
Ένας ευτραφής και συνάμα γραφικός 30αρης, που εργάζεται στη δουλεία του πατέρα του, ζει με την οικογένεια του, ερωτεύεται μια λίγο μικρότερη του, χαμένη πραγματικά στο κόσμο της. Θα της κάνει πρόταση γάμου, θα πει όχι μετά ναι και να σου και μια μεταδοτική ασθένεια για τον γραφικό Άμπε.
Η μεσαία αμερικάνικη τάξη που είναι ο πυρήνας όλων των ταινιών του σκηνοθέτη περιστρέφεται γύρω από την ίδια θεματική, τον ψυχισμό και τα σύνδρομα του νεοαστισμού. Το « Happiness» στις αρχές του 90 αξίζει πραγματικά και εκεί τα καταθέτει όλα ο Σόλοντζ. Το Dark Horse δεν έχει να πει κάτι καινούργιο και σίγουρα αν παιζόταν στο Φεστιβάλ Καννών σ θα προβαλλόταν σίγουρα στις εκτός συναγωνισμού. Μία Φάροου, Κρίστοφερ Γουόκεν, Jordan Gelber, στους βασικούς ρόλους.

6η Μέρα Φεστιβάλ Βενετίας. Η " ΝΤΡΟΠΗ" η ταινία της χρονιάς

Post image for Η « Ντροπή» του Στιβ ΜακΚουίν φαβορί για το Χρυσό Λιοντάρι

Η « Ντροπή» του Στιβ ΜακΚουίν φαβορί για το Χρυσό Λιοντάρι

Γράφει ο Ιάκωβος Γωγάκης

Έργο βγαλμένο από τον σύγχρονο τρόπο ζωής στις μεγάλες πόλεις. Από τον περιθωριακό αστισμό, που θέλει τον άνθρωπο μόνο, να μάχεται με τις ακατέργαστες φοβίες του, και την ανικανότητα του να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την πραγματικότητα και την αδυναμία του να ξεφύγει.

Ο Στιβ ΜακΚουίν ένας νεαρός μαύρος βρετανός σκηνοθέτης που πριν μερικά χρόνια με την « Πείνα» έδειξε ένα άλλο είδος περιθωριακής ζωής, έρχεται στην Βενετία, και επιτυγχάνει να συγκλονίσει, με την ιστορία ενός 30αρη με επιτυχημένη επαγγελματική ζωή, που όμως πίσω από την ισορροπημένη προσωπικότητα κρύβει έντεχνα την μοναχικότητα του, τον εθισμό του στο εύκολο σεξ και στην κοκαΐνη. Όταν εμφανίζεται να μείνει μαζί του για λίγο η αδερφή του, τότε ο συμβιβασμός είναι οδυνηρός για αυτόν. Θα βυθιστεί ,θα χαθεί ,και με αμηχανία θα αντιληφθεί πως ο μικρόκοσμος του δεν αντιπροσωπεύει τίποτα άλλο από την δυστυχία του. Η Νέα Υόρκη ( εκει που διαδραματίζεται το έργο) συνδέεται με κάθε μεγάλη πόλη, που οι άνθρωποι αποξενώνονται ,μαθαίνουν ως ρομπότ να ζουν χωρίς να αγαπούν. Σπουδαία η ερμηνεία του Μαικλ Φασμπίντερ και της Κάρι Μούλιγκαν που κρατούν τους 2 βασικούς ρόλους. Μια ταινία που έρχεται να ξεγυμνώσει την σύγχρονη ατομική και σεξουαλική πραγματικότητα. Μεγάλης αξίας φιλμ, με δεδομένα πολλά βραβεία τους επόμενους μήνες.

Ο Άλ Πατσίνο παρέλαβε το βραβείο για την προσφορά του στην 7η τέχνη.

Πρόκειται για τον ηθοποιό με τις περισσότερες υποψηφιότητες για Όσκαρ και με μόνο σε μια ταινία να το κερδίζει στο « Άρωμα Γυναίκας». Γενικά δεν συμβαίνει συχνά να τον τιμούν , και οι διοργανωτές του φετινού φεστιβάλ Βενετίας αποφάσισαν να το πράξουν επι της ευκαιρίας του ολοκαίνουργιου ντοκιμαντέρ του.
Η λατρεία του Αλ Πατσίνο για τον Όσκαρ Ουαιλντ είναι γνωστή , και με το θεατρικό Wilde Salome τον τιμά δεόντως. Το ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε , εξιστορεί μέσα κυρίως από τις διηγήσεις του Πατσίνο τις μικρές απόκρυφες στιγμές του Βρετανού συγγραφέα. Ο Πατσινο ταξιδεύει στην Αγγλία, επισκέπτεται το σπίτι του, μιλάει με μελετητές του έργου του, και με τον τραγουδιστή Μπόνο που τρέφει και αυτός την ίδια αγάπη για τον Ουάιλντ. Δυστυχώς από ένα σημείο και μετά το ντοκΙμαντέρ, αφήνει τον Ουάιλντ και εστιάζει στον ίδιο τον Πατσίνο.. Ο διάσημος ηθοποιός δίνει χώρο στην υπέροχη Τζέσικα Τσαστέιν την οποία» τρώει» με τα μάτια του, και δεν κρύβει ούτε στο ντοκιμαντέρ ούτε στη συνέντευξη τύπου που ακολούθησε τον θαυμασμό του για την νεαρή ηθοποιό, που ενσαρκώνει την Σαλώμη.