Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Hidden Movie Secrets in Festivals: Last Days Here (Η.Π.Α)

Last Days Here, των Ντον Άργκοτ & Ντέμιαν Φέντον

Χωρίς Διανομή | 11 Μαΐου 2012 | SevenArt.gr





Του Ιάκωβου Γωγάκη(gogakis@sevenart.gr)
Ο Ιάκωβος Γωγάκης παρουσιάζει ταινίες που αξίζουν της προσοχής σου, οι οποίες προβλήθηκαν πρόσφατα σε κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο και δεν έχουν βρει (ακόμα;) διανομή στην Ελλάδα.
Ντοκιμαντέρ για την άνοδο και την πτώση του τραγουδιστή Μπόμπι Λίμπλινγκ, ιδρυτή κατά τη δεκαετία του 1970 του heavy metal συγκροτήματος Pentagram. Απέσπασε Βραβείο Μουσικού Ντοκιμαντέρ στο φετινό Φεστιβάλ Άμστερνταμ.
Για να πω την αλήθεια, τα μουσικά μου ακούσματα πόρρω απέχουν από το σκληρό heavy metal, από την άλλη μεριά ταινίες σαν κι αυτές είναι καθρέφτης ενός χώρου με αρκετές προκλήσεις, όπου πολύ εύκολα μπορεί κάποιος να ξεφύγει και να οδηγηθεί, όπως ο Λίμπλινγκ, στην πνευματική και ψυχική αστάθεια. Ο ίδιος άλλωστε ίναι η χαρακτηριστική περίπτωση ατόμου που έκανε πράξη το το sex, drugs, and rock n' roll, και βγήκε ηττημένος.
Το αμερικανικό συγκρότημα Pentagram δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό, παρά μόνο στους λάτρεις του είδους. Ο Μπόμπι Λίμπλινγκ, υπερταλαντούχος μουσικός του παρελθόντος, κλατάρει υπό το βάρος του αλκοόλ και των ουσιών. Το ντοκιμαντέρ ξεκινά και τελειώνει μέσα σ’ ένα υπόγειο, στο πατρικό του σπίτι στη Βιρτζίνια. Βλέπουμε μια φρικιαστική φιγούρα. Μοιάζει με πτώμα. Οι φίλοι, οι συνεργάτες και οι οπαδοί του συγκροτήματος μιλούν μπροστά στην κάμερα για τον Μπόμπι και τα στάδια που τον οδήγησαν στην εξάρτηση και στην παράλυση. Κάποιοι προσπαθούν να τον βοηθήσουν ώστε να επιστρέψει στη σκηνή αλλά αυτό φαντάζει αδύνατο.
Το έργο από την άλλη μεριά δεν έχει κάτι άλλο να πει. Οι δημιουργοί της ταινίας φαίνεται ότι δεν μπορούν να δώσουν υπόσταση στην τραγικότητα του ήρωα ούτε κάποια στέρεα δομή, με αρχή μέση και τέλος. Φαίνονται κι αυτοί σαν όλους τους άλλους θαυμαστές του συγκροτήματος.
Δεν υπάρχει μέσα στα 90 λεπτά ένα ουσιαστικό flashback, στο οποίο όσοι δεν γνωρίζουν για το συγκρότημα μπορούν να καταλάβουν το πώς στήθηκε, μέχρι πού έφτασε, και πως οδηγήθηκε ο Μπόμπι Λίμπλινγκ στην αυτοκαταστροφή. Το οξύμωρο του πράγματος είναι πως μιλάμε για μουσικό ντοκιμαντέρ, χωρίς μουσική. Αν εξαίρεση κανείς μερικά διάσπαρτα αποσπάσματα του ομώνυμου Last Days Here, καμία άλλη μουσική παρένθεση δεν υπάρχει. Τουλάχιστον για να πάρουμε μια γεύση του ήχου ενός συγκροτήματος που, όπως λέγεται, είχε τις δυνατότητες χάρη στη δεξιοτεχνία του Λίμπλινγκ να φτάσει στην αναγνώριση που είχε ο Ozzy Osbourne.
Οι δύο σκηνοθέτες που αποφάσισαν να καταγράψουν τις απέλπιδες προσπάθειες του Λίμπλινγκ για ένα καινούργιο come back, σίγουρα απέτυχαν ν’ αγγίξουν το κοινό. Θα έλεγα ότι ίσως πέτυχαν και το αντίθετο αποτέλεσμα. Σε μερικές στιγμές, ο εκνευρισμός μου ήταν διάχυτος όταν εμφανίστηκαν σε πρώτο πλάνο οι εύποροι γονείς του, οι οποίοι είπαν τα κλασικά: Ότι δηλαδή ο γιoς τους είναι ευαίσθητος και ευάλωτος χαρακτήρας, και ότι ξόδεψαν εκατομμύρια δολάρια για να τον βοηθήσουν ώστε να στήσει το συγκρότημα και αργότερα να τον χαρτζιλικώνουν για να παίρνει τη δόση του.
Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πως επιλέχθηκε ως το καλύτερο μουσικό ντοκιμαντέρ στο Φεστιβάλ Άμστερνταμ στην Ολλανδία, ούτε μπορώ να καταλάβω τους διθυράμβους που γράφονται στα μουσικά περιοδικά του πλανήτη.

Hidden Movie Secrets in Festivals: Μοσχαροκεφαλή (Βέλγιο)

Μοσχαροκεφαλή, του Μίκαελ Ρόσκαμ

Χωρίς Διανομή | 13 Απριλίου 2012 | SevenArt.gr





Του Ιάκωβου Γωγάκη(gogakis@sevenart.gr)
Ο Ιάκωβος Γωγάκης παρουσιάζει ταινίες που αξίζουν της προσοχής σου, οι οποίες προβλήθηκαν πρόσφατα σε κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο και δεν έχουν βρει (ακόμα;) διανομή στην Ελλάδα.

Μοσχαροκεφαλή, του Μίκαελ Ρόσκαμ
Ξεκίνησε τη φεστιβαλική του διαδρομή από τη Μπερλινάλε το Φλεβάρη του 2011, και εν συνεχεία επιλέχθηκε από τα μεγαλύτερα ανεξάρτητα φεστιβάλ του κόσμου. Πέρασε και από την Αθήνα, στις Νύχτες Πρεμιέρας, για να καταλήξει να θεωρείται ως η μεγάλη έκπληξη της τελικής πεντάδας των ξενόγλωσσων Όσκαρ του 2012.
Η “Μοσχαροκεφαλή” του Μίκαελ Ρόσκαμ ενώ σκύβει και ανιχνεύει φαινομενικά ένα συμβατικό θέμα, όπως τα πλοκάμια και τις γκρίζες ζώνες του βελγικού υποκόσμου, καταλήγει εκπληκτικά να διερευνά τη σιωπηλή απόγνωση, τον ψυχικό πόνο, και την ατομική ηθική.
Στο πρόσωπο του κεντρικού χαρακτήρα θα βρούμε όλα τα στοιχεία που συνθέτουν τον “βίαιο άνθρωπο”. Αυτόν που βρίζει, απειλεί, εκβιάζει, επιβάλλεται με τη σωματική του δύναμη, την ίδια στιγμή που οι ακραίες του πράξεις φανερώνουν τα ψυχολογικά του τραύματα και τον ευάλωτο του χαρακτήρα.
Η διαρκής και περίπλοκη μάχη με τους δύο εαυτούς, η σύγκρουση, η κραυγή και η λύτρωση, σε μια ταινία που χάριν υπερβολής θα ζήλευαν ακόμα και οι αδερφοί Νταρντέν.
Ο Τζάκι, στην ηλικία των 30, ζει μόνος και χωρίς κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον, με μοναδική του ευχαρίστηση τις επισκέψεις του σε οίκους ανοχής. Προσεγγίζεται από έναν κτηνίατρο για να συμμετέχει σε μια κομπίνα που αφορά τη χρήση απαγορευμένων ορμονών. Το παιχνίδι χοντραίνει όταν βρίσκεται δολοφονημένος ένας αστυνομικός.
Ένα πρόσωπο από την παιδική του ηλικία, που συμμετέχει στο κόλπο, θα του ξύσει παλιές πληγές και θα του επαναφέρει όλες τις ακατέργαστες φοβίες. Το τώρα και το χθες σε ένα ενώπιος ενωπίω του τραγικού μας ήρωα.
Η αναφορά που κάναμε στους αδερφούς Νταρντέν δεν είναι τυχαία. Ο Βέλγος σκηνοθέτης Μίκαελ Ρόσκαμ, σ’ αυτό το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, φαίνεται καλά διαβασμένος στο έργο των σπουδαίων συμπατριωτών του. Χρησιμοποιεί αρκετά χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα, όμως αυτή θα λέγαμε ότι είναι και η αδυναμία του, ότι ακριβώς σε αυτό το σημείο δεν πρωτοτυπεί.
Κοντινά πλάνα, αινιγματικοί χαρακτήρες, έμφαση στα παιδικά τραύματα, κοινωνικό περιβάλλον που περιμένει με ικανοποίηση να υποτάξει τους αδύναμους και βέβαια αυτό που γράψαμε πριν μερικούς μήνες για το έργο “Το Παιδί με το ποδήλατο”: Όπως είπε ο Ρουσώ, ο άνθρωπος δεν γεννιέται κακός, η αλλοίωση προέρχεται από τις κοινωνικές συνθήκες.
Ο Ρόσκαμ μπορεί να φέρει αυτές τις ομοιότητες με τους Νταρντέν αλλά σίγουρα ξεχωρίζει και αξίζει της προσοχής. Κάποιοι κριτικοί του εξωτερικού είδαν στη “Μοσχαροκεφαλή” παρόμοια συμπεράσματα με το επίσης πρόσφατο “Drive” του Ρεφν. Σίγουρα υπάρχουν κοινά στοιχεία, όπως το ζήτημα της εκδίκησης και των ηθικών φραγμών, πιστεύω από την άλλη μεριά πως εδώ ο Ρόσκαμ καταφέρνει να δώσει στο έργο, που κατά τη γνώμη μου λείπει από την ταινία του Ρεφν, τη -βήμα με βήμα- αποκάλυψη των προσωπικών, ψυχολογικών διαδρομών του πρωταγωνιστή μέχρι τη λύτρωση του.
Ο σκηνοθέτης εδώ είναι σα να παραδίδει μάθημα σε τμήμα εγκληματολογίας, για το πώς τα ψυχολογικά τραύματα της παιδικής ηλικίας διαμορφώνουν χαρακτήρες και ευάλωτες προσωπικότητες.
Ιδιαίτερα οι σκηνές με τα αλλεπάλληλα flashback, αποκαλύπτουν όλα τα συναισθήματα που περιγράφονται σε βιβλιογραφικές αναφορές για τους επίδοξους serial killers, όπως αυτό της απώλειας αλλά και της ενοχής, και της ντροπής. Το μουντό φόντο είναι στα συν του έργου, μια και τονίζει την κοινωνική παρακμή, τη βία και τον ατομικισμό.

Βαθμολογία: 6,5/10
Ιάκωβος Γωγάκης

Άρθρα: To 3D στην κόψη του ξυραφιού

Οι ταινίες 3D στην κόψη του ξυραφιού

Άρθρα | 09 Απριλίου 2012 | SevenArt.gr





Του Ιάκωβου Γωγάκη (gogakis@sevenart.gr)
Η εισπρακτική επιτυχία του “Avatar” το 2010 δεν είχε συνέχεια, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Το κοινό φαίνεται ιδιαίτερα δύσπιστο με το 3D. Εταιρείες μπαίνουν “μέσα” και η κινηματογραφική βιομηχανία ψάχνει το αντίδοτο στη χασούρα.
Η ιδέα γι’ αυτό το αφιέρωμα δόθηκε από ένα πρόσφατο δημοσίευμα της Guardian, η οποία έκανε αναφορά στη δραματική παγκόσμια πτώση των εισιτηρίων των ταινιών 3D κατά το 2011, και τον περιορισμό ανάλογων παραγωγών μέσα στο 2012.
Οι 47 τρισδιάστατες ταινίες του προηγούμενου έτους μειώνονται στις 33 μέχρι το τέλος του 2012, ανοίγοντας ουσιαστικά τη συζήτηση για το εάν τελικά η συγκεκριμένη τεχνολογική εφεύρεση είναι “φούσκα”, συμπαρασύροντας στο γκρεμό την ήδη πληγείσα, από την οικονομική κρίση, κινηματογραφική βιομηχανία.
Πάντως οι υπέρμαχοι του 3D δε θα παραδώσουν εύκολα τα όπλα. Μια ολόκληρη παγκόσμια επιχείρηση έχει στηθεί, η οποία λειτουργεί σε απόλυτη συνάρτηση με τον κόσμο του σινεμά, από τηλεοράσεις, οθόνες υπολογιστών μέχρι κινητά τηλέφωνα και i-phones, βελτιώνοντας τις υπάρχουσες αδυναμίες και καταργώντας -σε κάποιες περιπτώσεις- ακόμα και τα ειδικά γυαλιά.
Το 3D προϋπήρχε: Η χρυσή εποχή των ‘50s
Η τρισδιάστατη απεικόνιση δεν είναι κάτι το εντελώς καινούργιο στο σινεμά. Πετυχημένοι πειραματισμοί υπήρχαν από τα τέλη του 19ου αιώνα. Πρωτοπόρος θεωρήθηκε ο Βρετανός φωτογράφος Γουίλιαμ Φριζ Γκριν, για να ακολουθήσει στα 1920 ο Ρόμπερτ Έλντερ με τη “Δύναμη της Αγάπης”, ένα έργο μόνο άξιο αναφοράς μια και η κόπια έχει χαθεί.
Σταδιακά, και όσο η τεχνολογία αναπτυσσόταν, αυξάνονταν και οι παραγωγές. Το οικονομικό κραχ του 1929 στάθηκε προσωρινό εμπόδιο στον πειραματισμό, πλην των Γερμανών, οι οποίοι στην περίοδο του ναζισμού χρησιμοποίησαν την στερεοσκοπική τεχνολογία για το παιχνίδι της εσωτερικής τους προπαγάνδας. Ουσιαστικά από τη δεκαετία του 1950, τη χρυσή εποχή του 3D, υπήρξε μια μικρή έκρηξη στο Χόλυγουντ, με τις εταιρείες Warner Bros και Disney να επενδύουν αρκετά χρήματα σε αυτό το είδος.
Ταινίες εκείνης της εποχής μπορείτε να τις βρείτε και στο διαδίκτυο, όπως τα “Βwana Devil” (1952), “The House of Wax” (1953), “Creature from the Black Lagoon” (1954), “It Came from Outer Space” (1953), “The French Line” (1953), “Cat Woman of the Moon” (1953), “Phantom of the Rue Morgue” (1954) έχουν ένα κοινό στοιχείο με την πλειοψηφία των αντίστοιχων έργων του σήμερα.
Αν ρίξετε σε αυτές μια ματιά, θα αντιληφθείτε πως πρόκειται είτε για μιούζικαλ είτε για θρίλερ άνευ ουσίας, αξίας και ουσιαστικού περιεχομένου. Ό,τι ακριβώς θα λέγαμε πως συμβαίνει και στις μέρες μας, με τους επικριτές του 3D να στέκονται στη χαμηλή ποιότητα αυτών των ταινιών.
Ίσως, η μόνη από τις προαναφερθείσες που αξίζει πραγματικά, να είναι το “The House of Wax” (“Το σπίτι του θανάτου”) του Αντρέ Ντε Τοθ, παραγωγής 1953. Μπορεί να μη συγκαταλέγεται στα παγκόσμια αριστουργήματα, αλλά ήταν το πρώτο καλαίσθητα γυρισμένο έργο τρόμου που έσπασε τα ταμεία της εποχής, κάνοντας τζίρο, σχεδόν, 5 εκατομμύρια δολάρια.
Θα άξιζε επίσης να δείτε το “Hondo”, επίσης του 1953, με τον σκηνοθέτη Τζον Φάροου να πειραματίζεται επιτυχημένα με το φρέσκο φωτογραφικό φακό, και τον Τζον Γουέιν μαζί με την αλησμόνητη Τζεραλντίν Πέιτζ να πρωταγωνιστούν σ’ ένα ερωτικό δράμα που εκτόξευσε τις εισπράξεις.

Βέβαια, όταν ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, ένα χρόνο αργότερα, έβγαλε το “Dial M For Murder” (“Τηλεφωνήσατε: Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως”), τα δεδομένα άλλαξαν άρδην, μια και έμεινε στην ιστορία ως μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Ο Χίτσκοκ δεν ήταν στα καλύτερα του, κατά την περίοδο των γυρισμάτων, αφού δεν ήταν οπαδός αυτής της κινηματογράφησης, παρολ’ αυτά έφτιαξε ένα έργο χαραγμένο στις μνήμες όλων, ενώ το 3D θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο αν δεν αποφασιζόταν ξαφνικά να προβληθεί σε 2D προβολή.
Η απελευθέρωση του έργου αρκετά χρόνια αργότερα, στην πρωτότυπη τρισδιάστατη μορφή του, ήταν πραγματικά εκπληκτική, σα να έβαζε τον θεατή μέσα στο σπίτι της Γκρέις Κέλι και του Ρέι Μίλαντ. Σε λίγες εβδομάδες το έργο αυτό θα κυκλοφορήσει σε blue ray 3D, επιβεβαιώνοντας αυτό που γράψαμε στην αρχή, για την κοινή πορεία της κινηματογραφικής βιομηχανίας και των κατασκευαστών τηλεοράσεων 3D.
Στις αρχές του 1960 άρχισε το 3D να εξασθενεί. Μειώθηκε το ενδιαφέρον του κόσμου και το αυξημένο κόστος ανάγκασε τις εταιρείες να το περιορίσουν, θυμίζοντας αυτό που ζούμε σήμερα. Γνωστότερα 3D μέχρι και τη δεκαετία του 1980 ήταν, βέβαια, “Τα Σαγόνια του Καρχαρία Νο3” του 1983, με τα έσοδα να ξεπερνούν τα 90 εκατομμύρια δολάρια, όπως επίσης και η “Παρασκευή και 13 - No3” και η “Βίλλα του Τρόμου”.
Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή, με την αμερικανική IMAX να κινείται στη βάση της συστηματικής προώθησης του 3D, από τα τέλη του 1980.
Ο Τζέιμς Κάμερον, έξι χρόνια μετά τον “Τιτανικό” και άλλα τόσα πριν το “Avatar”, δηλαδή το 2003, παρουσίασε σε 3D το ντοκιμαντέρ “Τα Φαντάσματα της Αβύσσου”, πάλι γύρω από το πολύκροτο ναυάγιο. Η εμμονή του αυτή δεν έχει τέλος, με τον “Τιτανικό” να προβάλλεται αυτές τις ημέρες τρισδιάστατος και στην Ελλάδα, και τον Καναδό σκηνοθέτη να δηλώνει ότι “το 3D είναι ακόμα στα σπάργανα και θα έχει στο μέλλον άνθιση”. Αυτή η αισιοδοξία διακατέχει και τον Μάρτιν Σκορσέζε (με απόδειξη το φετινό “Hugo”).
Εν κατακλείδι
Με αυτό το αφιέρωμα δεν σκοπεύω να κάνω μια συνολική αναδρομή στο 3D, ούτε να μπω σε αμιγώς τεχνικά θέματα. Το θέμα αυτό είναι τεράστιο και δεν εξαντλείται εδώ, ενώ είναι δεδομένο πως θα μας απασχολήσει και τα επόμενα χρόνια. Η αναφορά στη δεκαετία του 1950 έχει όμως τη σημασία της, γιατί όσο αστραπιαία διαδόθηκε τότε σαν μόδα, άλλο τόσο γρήγορα εξαφανίστηκε, και τώρα βρίσκεται ξανά σε ένα κομβικό σημείο.
Αν κανείς ψάξει σε διάφορα κινηματογραφικά forums του διαδικτύου, θα διαπιστώσει μια γενικευμένη ομοβροντία θέσεων εναντίον του 3D. Ακόμα και σε groups στο facebook, όσοι δηλώνουν αντίθετοι φαίνεται ναι αποτελούν την πλειοψηφία.
Τα βασικά επιχειρήματα όλων αυτών εστιάζονται στα εξής: A) Στο ιδιαίτερα τσουχτερό εισιτήριο που σε ορισμένες χώρες διαφοροποιείται αισθητά σε σχέση με τις 2D προβολές. B) Από το γεγονός πως τα περισσότερα 3D μέχρι σήμερα γυρίζονται με κάμερες 2D και μετατρέπονται εκ των υστέρων, προφανώς για μείωση του κόστους, γεγονός που έχει ως αντίκτυπο βέβαια την ποιότητα της εικόνας. Γ) Θεατές παραπονιούνται συχνά για ημικρανίες, πονοκεφάλους, προβλήματα στην όραση. Δ) Η πλειοψηφία αυτών των έργων στοχεύουν στην οικογενειακή διασκέδαση, και λανθασμένα βάσει της λογική αυτής γυρίζονται ταινίες της σειράς.
Προφανώς, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, όπως επί παραδείγματι, η “Πίνα Μπάους” του Βιμ Βέντερς, το “Cave of Forgotten Dreams” του Βέρνερ Χέρτζογκ κ.ά, που μας θυμίζουν τις αντίστοιχες επιτυχίες της δεκαετίας του 1950. Το κοινό, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορεί να μην αγαπήσει στο σύνολο του το 3D, αλλά θα μπορούσε να το αποδεχθεί, και η βιομηχανία αυτή να προσφέρει ένα συναρπαστικό και εναλλακτικό τρόπο θέασης.
Αρκεί να μην επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος, που αυτή τη φορά θα συμπαρασύρουν όχι μόνο αυτή καθ’ αυτή την κινηματογραφική βιομηχανία, αλλά και μια αλυσίδα παράλληλων εταιρειών που πίστεψαν πως το 3D ήρθε για να μείνει μια για πάντα.

Hidden Movie Secrets in Festivals: Faith, Love and Whiskey ( Βουλγαρία)

Faith, Love and Whiskey, της Κριστίνα Νικόλοβα

Χωρίς Διανομή | 06 Απριλίου 2012 | SevenArt.gr





Του Ιάκωβου Γωγάκη(gogakis@sevenart.gr)
Ο Ιάκωβος Γωγάκης παρουσιάζει ταινίες που αξίζουν της προσοχής σου, οι οποίες προβλήθηκαν πρόσφατα σε κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο και δεν έχουν βρει (ακόμα;) διανομή στην Ελλάδα.

Faith, Love and Whiskey, της Κριστίνα Νικόλοβα
Από τη γειτονική Βουλγαρία έρχεται το “Faith, Love and Whiskey”, με τη νεαρή σκηνοθέτιδα Κριστίνα Νικόλοβα να σαγηνεύει τους διοργανωτές διαφόρων φεστιβάλ του κόσμου με αυτή την ταινία, που αποτελεί παράλληλα τη διατριβή της στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.
Το έργο αυτό γυρίστηκε με φιλμ 16mm σε Αμερική και Βουλγαρία, πετυχαίνοντας να κερδίζει το βραβείο καλύτερης κινηματογραφίας στο ανεξάρτητο Φεστιβάλ Slamdance, που διεξάγεται την ίδια στιγμή με το Φεστιβάλ Sundance στη Γιούτα των Η.Π.Α.
Η Νικόλοβα αφήνει και σε εμάς θετικές εντυπώσεις, μέσα από μια μεστή, πολύχρωμη, αυτοβιογραφική ιστορία, η οποία γκρεμίζει τη ματαιοδοξία του Αμερικανικού ονείρου και δείχνει με απλό τρόπο την ανθρώπινη στροφή προς την πηγή της πραγματικής ελευθερίας.
Η ταινία εστιάζει στη Νέλι, μια κοπέλα από τη Βουλγαρία που ζει στη Νέα Υόρκη, έτοιμη να παντρευτεί έναν επιτυχημένο Αμερικανό. Λίγο πριν το γάμο, επιστρέφει προσωρινά στη Σόφια για να δει τη γιαγιά της που έχει προβλήματα υγείας.
Αντ’ αυτού η Νέλι θα “παρασυρθεί” από τους μποέμ παιδικούς της φίλους σε μια συνεχή κραιπάλη διασκέδασης και άφθονου αλκοόλ. Η επανασύνδεση αυτή θα φέρει στο προσκήνιο τον εφηβικό της έρωτα με τον Βαλ. Η Νέλι γοητεύεται από την αίσθηση του ασυμβίβαστου και του απρόβλεπτου, περνάει στιγμές έντονου ερωτικού πάθους με τον Βαλ μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται απρόσμενα ο μελλοντικός της σύζυγος από την Αμερική.
Η κοπέλα μπλοκάρει, συγκρούεται με τον εαυτό της, και τα διλλήματα είναι αναπόφευκτα. Να επιστρέψει στην Αμερική και στην όποια ασφάλεια θα της παρέχει ο Σκοτ ή να μείνει στη Σόφια ρισκάροντας με την άναρχη, απερίσκεπτη, ταυτόχρονα, και απόλυτα ερωτική επανασύνδεση της με τον Βαλ;
Η ιστορία ναι είναι απλή, αλλά η Νικόλοβα πετυχαίνει μέσα σε 75 λεπτά να μελετήσει προσεκτικά ένα ιδιότυπο αξιακό σύστημα και με τον τρόπο της να το κατακρίνει. Η Αμερική της ευημερίας και της ασφάλειας δε μπορεί να υπερνικήσει την αίσθηση του να “είμαι ελεύθερος”, όπως αρκετοί θεωρούν πως αυτή (η ελευθερία) βρίσκεται μακριά από την άλλη όχθη του Ατλαντικού, δηλαδή στον τόπο καταγωγής τους.
Ο αμερικανικός κινηματογράφος προσπαθεί εδώ και δεκαετίες να μας αποδείξει το αντίθετο, με τη δύναμη του αμερικανικού ονείρου να λυγίζει τις αντιστάσεις. Θυμηθείτε στο ίδιο ρομαντικό μοτίβο, το “Love story” του 1970, και το “Pretty Woman”, 20 χρόνια αργότερα.
Πάντως τελευταία, υπάρχει μια τάση αμφισβήτησης ακόμα και από τους ίδιους τους Αμερικανούς σκηνοθέτες, όπως παράδειγμα είναι το έργο του Μαικ ΌτLittlerock”, που προβλήθηκε πριν δύο χρόνια στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και μας θυμίζει αμυδρά το έργο που προβάλλουμε σήμερα.
Εδώ, στο “Faith, Love and Whiskey” δίνεται μια άλλη εικόνα, μιας όμορφης βαλκανικής χώρας, σίγουρα χωρίς επαγγελματικές προοπτικές, αλλά με τους νέους να είναι ευτυχισμένοι με τις μικρές καθημερινές χαρές και απολαύσεις, και να δίνουν νόημα και περιεχόμενο στην έννοια της “καλής ζωής”.
Στο διάστημα που επιλέχθηκαν τα γυρίσματα σε εξωτερικούς χώρους και στο μαγικό φυσικό τοπίο της Σόφιας, η φωτογραφία συναρπάζει, όπως επίσης και η γενικότερη κινηματογραφική αισθητική και το μοντάζ. Η Νικόλοβα δείχνει δείγμα επαγγελματία και έμπειρης σκηνοθέτιδας, ακολουθώντας τα χνάρια των γονέων της (γνωστοί στο κινηματογραφικό τοπίο της Βουλγαρίας).
Υπήρχαν βέβαια και μερικά αργόσυρτα διαστήματα και ανεπιτυχή, κατά τη γνώμη μου, σκηνοθετικά τρικ, κάνοντας κάποιες ενέργειες, κυρίως της πρωταγωνίστριας, ακατανόητες.

Βαθμολογία: 5,5/10
Ιάκωβος Γωγάκης

Κριτική Ταινίας: Ο Υπουργός ( 2011)

Ο Υπουργός (2011)

Αγγλικός Τίτλος:The Minister

Αυθεντικός Τίτλος: L' exercice de l' État

Είδος:Δραματική
Διάρκεια: 115'
Γλώσσα:Γαλλικά
Χώρα:Γαλλία, Βέλγιο
Εταιρεία Διανομής: StraDa Films
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 26/04/2012
Δείκτης Καταλληλότητας:
Βαθμολογία SevenArt: [6.0/10]

Βαθμολογία Επισκεπτών: [0.0/10]




Κριτική SevenArt:

Φανταστική ιστορία που θα μπορούσε να είναι βγαλμένη από την καθημερινότητα στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας.

Ένας υπουργός δέχεται τηλεφώνημα από τον υπεύθυνο του γραφείου του που τον πληροφορεί ότι ένα λεωφορείο γεμάτο επιβάτες εγκλωβίστηκε σε μια χαράδρα. Αυτό το συμβάν είναι η αφορμή για ένα ανελέητο παιχνίδι, μια πάλη της εξουσίας μέσα στην κρατική γραφειοκρατία που μπορεί ανα πάσα στιγμή να καταστρέψει όσους ανιδιοτελείς θέλουν να χαλάσουν τους καλά δομημένους πολιτικούς κανόνες.

Η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Pierre Schoeller ρίχνει βέλη κατά του γαλλικού πολιτικού συστήματος και γενικά στον τρόπο με τον οποίο ασκείται η πολιτική. Ο Γάλλος δημιουργός με το ευφάνταστο σενάριο, και τους πρωτότυπους συμβολισμούς, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα σύγχρονο πολιτικό μανιφέστο πάνω στη διαχείριση της εξουσίας.
Βέβαια δεν φτάνει σε αυτό το ριζοσπαστικό επίπεδο που θα επιθυμούσαμε, αλλά παρουσιάζει, χωρίς να προκαλεί, τους πολιτικούς όπως ακριβώς το έγραψε ο Μακιαβέλι για τις κοινωνίες σε κρίση και τις μεθόδους βίας, πυγμής, διπλωματίας που εφαρμόζουν οι διάφοροι ηγεμόνες.

Πριν προβληθεί στο περσινό Φεστιβάλ Καννών, πολλοί Γάλλοι πίστευαν πως ο "Υπουργός" θα είναι ένα κινηματογραφικό ράπισμα στον Νικολά Σαρκοζί. Ο Schoeller ευτυχώς δεν έφτιαξε τον βασικό χαρακτήρα κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του Γάλλου Προέδρου, υπάρχουν σίγουρα παραλληλισμοί, περισσότερο δε στην ίδια τη διαχρονική άσκηση της πολιτικής του.

http://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gif (6/10)
Ιάκωβος Γωγάκης

Κριτική Ταινίας: Indignados (2012)

Κριτική SevenArt:

Η παράνομη μετανάστευση, η ελπίδα και τα όνειρα για μια αξιοπρεπή ζωή, εγκλωβίζονται μες στο γενικότερο κλίμα οικονομικής δυσπραγίας των χωρών του Νότου. Οι περιπέτειες της νεαρής Αφρικανής Μπέτυ, που ξεκινούν από την Ελλάδα, περνούν στη Γαλλία και φθάνουν μέχρι την Ισπανία, αναδεικνύουν το δύσβατο δρόμο της ατομικής γαλήνης.
Ο Τόνι Γκάτλιφ συνδέει το μεταναστευτικό ζήτημα με την οικονομική κρίση και το κίνημα των αγανακτισμένων, στο 90λεπτο αυτό πολιτικό έργο. Το θέμα είναι σύνθετο και πολύπλοκο, από την αρχική σύλληψη στην κινηματογραφική ντοκιμεντερίστικη αποτύπωση υπάρχουν σημεία ασύνδετα, επιφανειακά και ξεκομμένα από τις αρχικές του προθέσεις, όμως οι εικόνες από τον κόσμο της μυθοπλασίας και του φανταστικού, καθώς και η ηχητική/μουσική πολυμορφία (Delphine Mantoulet), κατά διαστήματα μαγεύουν και συναρπάζουν.
Οι διοργανωτές του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης επέλεξαν ορθά να ξεκινήσουν φέτος με το συγκεκριμένο έργο, που ναι μεν συνδέεται άμεσα με τις πρόσφατες κοινωνικές αναταραχές στη χώρα μας, αλλά ταυτόχρονα εμπίπτει σε ένα γενικευμένο καλλιτεχνικό προβληματισμό γύρω απ’ τα πολιτικά και κοινωνικά θέματα των ημερών, τον οποίον βλέπουμε τουλάχιστον εδώ και μια τριετία να καταλαμβάνει σημαντικό κομμάτι μικρών και μεγάλων κινηματογραφικών φεστιβάλ ανά τον κόσμο.
Η αρχική εικόνα μας βάζει άμεσα στο θέμα και μας φέρνει στο μυαλό πρόσφατες ταινίες όπως για παράδειγμα αυτή του Γιάνναρη (“Man at Sea”), και του Κριαλέζε (“Terraferma”). Στις ελληνικές ακτές εμφανίζεται μια κοπέλα προφανώς από την Αφρική, να επιπλέει ανάμεσα σε παπούτσια άλλων ανθρώπων. Το όνειρο ενός καλύτερου κόσμου, μέσα σε λίγες ώρες γίνεται ένας ακόμη εφιάλτης για την πολύπαθη Μπέτυ (το όνομά της δεν λέγεται κατά τη διάρκεια του έργου, αλλά εμφανίζεται στους τίτλους τέλους).
Η Ελλάδα των χιλίων μυρίων οικονομικών προβλημάτων, της γραφειοκρατίας και της αποσύνθεσης, την θλίβουν. Στήνεται στην ουρά για να παραδώσει τα χαρτιά της στις υπηρεσίες, περιφέρεται στην “Ομόνοια” να πουλήσει νερό, παρατηρεί τους αγανακτισμένους στο Σύνταγμα. Η Μπέτυ “μεταφέρεται” από τον σκηνοθέτη στο Παρίσι, και μετά στη Μαδρίτη. Παντού το ίδιο σκηνικό.
Μια λαοθάλασσα από φρούτα κατηφορίζει μέχρι τη βάρκα που τα “περιμένει” για να μπουν μέσα, από την άλλη μεριά τενεκεδάκια μόνα, πατημένα και παρατημένα, ένα βιολί και το φλαμένγκο σε ένα συγκρότημα κατοικιών του Παρισιού, όλα αυτά είναι ενταγμένα στον οπτικό, συμβολικό σουρεαλισμό. Η κοπέλα βλέπει, ακούει, κατανοεί αλλά αδυνατεί να ενσωματωθεί στο νέο χωροταξικό περιβάλλον που της παρουσιάζεται.
Ο 64χρόνος Αλγερινής καταγωγής Τόνι Γκάτλιφ στοχεύει με το “Indignados” όχι απαραίτητα να αφυπνίσει και να παρακινήσει συνειδήσεις για το οξυμένο μεταναστευτικό ζήτημα, αλλά κυρίως να ταυτίσει τη γενικευμένη παγκόσμια οικονομική κρίση, ως κρίση αξιών που διαταράσσει συθέμελα την κοινωνική συνοχή σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Αφήνει να εννοηθεί πως η κοινωνική έκρηξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια επαναστατική διαδικασία, που θα συμμετέχουν όλοι, και οι μετανάστες, εξαλείφοντας ουσιαστικά τις όποιες εθνοτικές διαφορές.
Το θέμα είναι βέβαια αχανές και χρίζει βαθιάς επιστημονικής μελέτης. Είναι εδώ που ο σκηνοθέτης χάνει τον αρχικό του στόχο, αφού θέλει σε μιάμιση ώρα να μιλήσει για όλα. Υπάρχουν κενά, και ακατανόητες αφηγήσεις, αλλά μας αποζημιώνει το ίδιο το εξαιρετικό του θέμα, οι στοχευμένοι συμβολισμοί και η μουσική επένδυση


http://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gif(5,5/10)Ιάκωβος Γωγάκης

Κριτική Ταινίας: Οι Ακακίες (2011)

Οι Ακακίες (2011)

Αυθεντικός Τίτλος: Las acacias

οfficial site: http://www.bodegafilms.com/lesacacias/
Είδος:Δραματική
Διάρκεια: 82'
Γλώσσα:Ισπανικά
Χώρα:Αργεντινή, Ισπανία
Εταιρεία Διανομής: One from the Heart
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 22/03/2012
Δείκτης Καταλληλότητας:
Βαθμολογία SevenArt: [6.0/10]

Βαθμολογία Επισκεπτών: [0.0/10]




Κριτική SevenArt:

Στο ντεμπούτο του ο Τζιορτζέλι κρατά τον ωμό ρεαλισμό της σύγχρονης λατινοαμερικανικής σχολής αλλά αφήνει πίσω του τις ακρότητες και τα βίαια ένστικτα. Σκηνοθετεί μια τρυφερή ιστορία και πάλι ανθρωποκεντρική.
Ανύπαντρη μητέρα με το μωρό της αφήνει την Παραγουάη για μια καλύτερη τύχη στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Ανεβαίνει σε ένα φορτηγό που μεταφέρει ξύλα από ακακίες, και ξεκινά ένα δύσκολο, που όμως όσο περνάει η ώρα όλο και μαλακώνει, road trip, το οποίο καταλήγει σ' έναν και γλυκό και τρυφερό έρωτα με τον περιθωριοποιημένο και μοναχικό οδηγό του.
Αυτό το ιδιότυπο κράμα love story και road movie απέσπασε βραβεία ACID, Νέων Κριτικών και Χρυσή Κάμερα στο Φεστιβάλ Καννών, ενώ βραβεύτηκε και στο περυσινό Φεστιβάλ Λονδίνου.
Είναι το πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο ενός σκεπτόμενου και αριστοτέχνη σκηνοθέτη.
http://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gif (6/10)
Νέστορας Πουλάκος


Οι “Ακακίες” είναι ακριβώς αυτό που λέει το απόφθεγμα. “Η σιωπή μπορεί να έχει τόσες αποχρώσεις όσες και η ομιλία". Σ’ αυτό το σχεδόν βωβό και προκλητικά αργό φιλμ, ο Πάμπλo Τζιορτζέλι στρώνει μεταφορικά ένα πολύχρωμο χαλί πάνω στο οποίο μια γυναίκα με το μωρό της κάθονται στη μία άκρη, κι ένας άγνωστος άντρας στην άλλη. Σταδιακά ο άντρας θα αφήσει του ενδοιασμούς του και θα τους πλησιάσει. Το μωρό συμβάλει καταλυτικά σε αυτήν την κίνηση, η συνύπαρξη αποδεικνύεται βάναυση, αλλά ευεργετική για τον πρωταγωνιστή.

Ο Τζιορτζέλι μέσα από αυτό το συμπαθητικό road movie μάς λέει κάτι πολύ απλό, όχι απαραίτητα αποδεκτό για όλους. Ό,τι η δομή αυτού που λέμε οικογένεια, μητέρα, πατέρας, παιδί, είναι ικανή να αναπροσαρμόσει θετικά το πλέγμα των ανθρώπινων σχέσεων και τις παγιωμένες συναισθηματικές συμπεριφορές. Ο σκληροτράχηλος Ρούμπεν δε μπορεί να μη λυγίσει στο αθώο βλέμμα του μικρού παιδιού.

Από την άλλη μεριά, αν δεν υπήρχε αυτή η ευρηματική σύλληψη του σκηνοθέτη, δηλαδή τα γυρίσματα να πραγματοποιηθούν μέσα σε ένα φορτηγό, το ένα και μοναδικό κοινωνικό μήνυμα του έργου του δε μπορεί να σταθεί από μόνο του για 82 λεπτά. Αυτό το γεγονός πιστεύω είναι και η βασική του αδυναμία. Στηρίχθηκε μεν στην αφήγηση τύπου ντοκιμαντέρ (επηρεασμένος προφανώς από τις τρεις προηγούμενες του ταινίες), αλλά δεν την εμπλούτισε επαρκώς με δευτερευούσης σημασίας στοιχεία, όπως αυτό της μετανάστευσης που θίγεται ακροθιγώς.

Το ταξίδι των τριών ηρώων καταλήγει σε πνευματική αυτογνωσία του ενός, με ένα συμπαθητικό και κάπως αναμενόμενο φινάλε. Τις “Ακακίες” τις συγκρίνω με το ιρανικό έργο “Πένθος”, που παρουσίασα πρόσφατα στις ταινίες Χωρίς Διανομή. Υπάρχουν κοινά σημεία, αυτό είναι δεδομένο, όμως με καθήλωσε πολύ περισσότερο η οπτική του Ιρανού σκηνοθέτη απ’ αυτήν του Αργεντίνου Τζιορτζέλι.

http://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gif (6/10)
Ιάκωβος Γωγάκης