Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Άρθρα: To 3D στην κόψη του ξυραφιού

Οι ταινίες 3D στην κόψη του ξυραφιού

Άρθρα | 09 Απριλίου 2012 | SevenArt.gr





Του Ιάκωβου Γωγάκη (gogakis@sevenart.gr)
Η εισπρακτική επιτυχία του “Avatar” το 2010 δεν είχε συνέχεια, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Το κοινό φαίνεται ιδιαίτερα δύσπιστο με το 3D. Εταιρείες μπαίνουν “μέσα” και η κινηματογραφική βιομηχανία ψάχνει το αντίδοτο στη χασούρα.
Η ιδέα γι’ αυτό το αφιέρωμα δόθηκε από ένα πρόσφατο δημοσίευμα της Guardian, η οποία έκανε αναφορά στη δραματική παγκόσμια πτώση των εισιτηρίων των ταινιών 3D κατά το 2011, και τον περιορισμό ανάλογων παραγωγών μέσα στο 2012.
Οι 47 τρισδιάστατες ταινίες του προηγούμενου έτους μειώνονται στις 33 μέχρι το τέλος του 2012, ανοίγοντας ουσιαστικά τη συζήτηση για το εάν τελικά η συγκεκριμένη τεχνολογική εφεύρεση είναι “φούσκα”, συμπαρασύροντας στο γκρεμό την ήδη πληγείσα, από την οικονομική κρίση, κινηματογραφική βιομηχανία.
Πάντως οι υπέρμαχοι του 3D δε θα παραδώσουν εύκολα τα όπλα. Μια ολόκληρη παγκόσμια επιχείρηση έχει στηθεί, η οποία λειτουργεί σε απόλυτη συνάρτηση με τον κόσμο του σινεμά, από τηλεοράσεις, οθόνες υπολογιστών μέχρι κινητά τηλέφωνα και i-phones, βελτιώνοντας τις υπάρχουσες αδυναμίες και καταργώντας -σε κάποιες περιπτώσεις- ακόμα και τα ειδικά γυαλιά.
Το 3D προϋπήρχε: Η χρυσή εποχή των ‘50s
Η τρισδιάστατη απεικόνιση δεν είναι κάτι το εντελώς καινούργιο στο σινεμά. Πετυχημένοι πειραματισμοί υπήρχαν από τα τέλη του 19ου αιώνα. Πρωτοπόρος θεωρήθηκε ο Βρετανός φωτογράφος Γουίλιαμ Φριζ Γκριν, για να ακολουθήσει στα 1920 ο Ρόμπερτ Έλντερ με τη “Δύναμη της Αγάπης”, ένα έργο μόνο άξιο αναφοράς μια και η κόπια έχει χαθεί.
Σταδιακά, και όσο η τεχνολογία αναπτυσσόταν, αυξάνονταν και οι παραγωγές. Το οικονομικό κραχ του 1929 στάθηκε προσωρινό εμπόδιο στον πειραματισμό, πλην των Γερμανών, οι οποίοι στην περίοδο του ναζισμού χρησιμοποίησαν την στερεοσκοπική τεχνολογία για το παιχνίδι της εσωτερικής τους προπαγάνδας. Ουσιαστικά από τη δεκαετία του 1950, τη χρυσή εποχή του 3D, υπήρξε μια μικρή έκρηξη στο Χόλυγουντ, με τις εταιρείες Warner Bros και Disney να επενδύουν αρκετά χρήματα σε αυτό το είδος.
Ταινίες εκείνης της εποχής μπορείτε να τις βρείτε και στο διαδίκτυο, όπως τα “Βwana Devil” (1952), “The House of Wax” (1953), “Creature from the Black Lagoon” (1954), “It Came from Outer Space” (1953), “The French Line” (1953), “Cat Woman of the Moon” (1953), “Phantom of the Rue Morgue” (1954) έχουν ένα κοινό στοιχείο με την πλειοψηφία των αντίστοιχων έργων του σήμερα.
Αν ρίξετε σε αυτές μια ματιά, θα αντιληφθείτε πως πρόκειται είτε για μιούζικαλ είτε για θρίλερ άνευ ουσίας, αξίας και ουσιαστικού περιεχομένου. Ό,τι ακριβώς θα λέγαμε πως συμβαίνει και στις μέρες μας, με τους επικριτές του 3D να στέκονται στη χαμηλή ποιότητα αυτών των ταινιών.
Ίσως, η μόνη από τις προαναφερθείσες που αξίζει πραγματικά, να είναι το “The House of Wax” (“Το σπίτι του θανάτου”) του Αντρέ Ντε Τοθ, παραγωγής 1953. Μπορεί να μη συγκαταλέγεται στα παγκόσμια αριστουργήματα, αλλά ήταν το πρώτο καλαίσθητα γυρισμένο έργο τρόμου που έσπασε τα ταμεία της εποχής, κάνοντας τζίρο, σχεδόν, 5 εκατομμύρια δολάρια.
Θα άξιζε επίσης να δείτε το “Hondo”, επίσης του 1953, με τον σκηνοθέτη Τζον Φάροου να πειραματίζεται επιτυχημένα με το φρέσκο φωτογραφικό φακό, και τον Τζον Γουέιν μαζί με την αλησμόνητη Τζεραλντίν Πέιτζ να πρωταγωνιστούν σ’ ένα ερωτικό δράμα που εκτόξευσε τις εισπράξεις.

Βέβαια, όταν ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, ένα χρόνο αργότερα, έβγαλε το “Dial M For Murder” (“Τηλεφωνήσατε: Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως”), τα δεδομένα άλλαξαν άρδην, μια και έμεινε στην ιστορία ως μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Ο Χίτσκοκ δεν ήταν στα καλύτερα του, κατά την περίοδο των γυρισμάτων, αφού δεν ήταν οπαδός αυτής της κινηματογράφησης, παρολ’ αυτά έφτιαξε ένα έργο χαραγμένο στις μνήμες όλων, ενώ το 3D θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο αν δεν αποφασιζόταν ξαφνικά να προβληθεί σε 2D προβολή.
Η απελευθέρωση του έργου αρκετά χρόνια αργότερα, στην πρωτότυπη τρισδιάστατη μορφή του, ήταν πραγματικά εκπληκτική, σα να έβαζε τον θεατή μέσα στο σπίτι της Γκρέις Κέλι και του Ρέι Μίλαντ. Σε λίγες εβδομάδες το έργο αυτό θα κυκλοφορήσει σε blue ray 3D, επιβεβαιώνοντας αυτό που γράψαμε στην αρχή, για την κοινή πορεία της κινηματογραφικής βιομηχανίας και των κατασκευαστών τηλεοράσεων 3D.
Στις αρχές του 1960 άρχισε το 3D να εξασθενεί. Μειώθηκε το ενδιαφέρον του κόσμου και το αυξημένο κόστος ανάγκασε τις εταιρείες να το περιορίσουν, θυμίζοντας αυτό που ζούμε σήμερα. Γνωστότερα 3D μέχρι και τη δεκαετία του 1980 ήταν, βέβαια, “Τα Σαγόνια του Καρχαρία Νο3” του 1983, με τα έσοδα να ξεπερνούν τα 90 εκατομμύρια δολάρια, όπως επίσης και η “Παρασκευή και 13 - No3” και η “Βίλλα του Τρόμου”.
Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή, με την αμερικανική IMAX να κινείται στη βάση της συστηματικής προώθησης του 3D, από τα τέλη του 1980.
Ο Τζέιμς Κάμερον, έξι χρόνια μετά τον “Τιτανικό” και άλλα τόσα πριν το “Avatar”, δηλαδή το 2003, παρουσίασε σε 3D το ντοκιμαντέρ “Τα Φαντάσματα της Αβύσσου”, πάλι γύρω από το πολύκροτο ναυάγιο. Η εμμονή του αυτή δεν έχει τέλος, με τον “Τιτανικό” να προβάλλεται αυτές τις ημέρες τρισδιάστατος και στην Ελλάδα, και τον Καναδό σκηνοθέτη να δηλώνει ότι “το 3D είναι ακόμα στα σπάργανα και θα έχει στο μέλλον άνθιση”. Αυτή η αισιοδοξία διακατέχει και τον Μάρτιν Σκορσέζε (με απόδειξη το φετινό “Hugo”).
Εν κατακλείδι
Με αυτό το αφιέρωμα δεν σκοπεύω να κάνω μια συνολική αναδρομή στο 3D, ούτε να μπω σε αμιγώς τεχνικά θέματα. Το θέμα αυτό είναι τεράστιο και δεν εξαντλείται εδώ, ενώ είναι δεδομένο πως θα μας απασχολήσει και τα επόμενα χρόνια. Η αναφορά στη δεκαετία του 1950 έχει όμως τη σημασία της, γιατί όσο αστραπιαία διαδόθηκε τότε σαν μόδα, άλλο τόσο γρήγορα εξαφανίστηκε, και τώρα βρίσκεται ξανά σε ένα κομβικό σημείο.
Αν κανείς ψάξει σε διάφορα κινηματογραφικά forums του διαδικτύου, θα διαπιστώσει μια γενικευμένη ομοβροντία θέσεων εναντίον του 3D. Ακόμα και σε groups στο facebook, όσοι δηλώνουν αντίθετοι φαίνεται ναι αποτελούν την πλειοψηφία.
Τα βασικά επιχειρήματα όλων αυτών εστιάζονται στα εξής: A) Στο ιδιαίτερα τσουχτερό εισιτήριο που σε ορισμένες χώρες διαφοροποιείται αισθητά σε σχέση με τις 2D προβολές. B) Από το γεγονός πως τα περισσότερα 3D μέχρι σήμερα γυρίζονται με κάμερες 2D και μετατρέπονται εκ των υστέρων, προφανώς για μείωση του κόστους, γεγονός που έχει ως αντίκτυπο βέβαια την ποιότητα της εικόνας. Γ) Θεατές παραπονιούνται συχνά για ημικρανίες, πονοκεφάλους, προβλήματα στην όραση. Δ) Η πλειοψηφία αυτών των έργων στοχεύουν στην οικογενειακή διασκέδαση, και λανθασμένα βάσει της λογική αυτής γυρίζονται ταινίες της σειράς.
Προφανώς, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, όπως επί παραδείγματι, η “Πίνα Μπάους” του Βιμ Βέντερς, το “Cave of Forgotten Dreams” του Βέρνερ Χέρτζογκ κ.ά, που μας θυμίζουν τις αντίστοιχες επιτυχίες της δεκαετίας του 1950. Το κοινό, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορεί να μην αγαπήσει στο σύνολο του το 3D, αλλά θα μπορούσε να το αποδεχθεί, και η βιομηχανία αυτή να προσφέρει ένα συναρπαστικό και εναλλακτικό τρόπο θέασης.
Αρκεί να μην επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος, που αυτή τη φορά θα συμπαρασύρουν όχι μόνο αυτή καθ’ αυτή την κινηματογραφική βιομηχανία, αλλά και μια αλυσίδα παράλληλων εταιρειών που πίστεψαν πως το 3D ήρθε για να μείνει μια για πάντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου