Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Κριτική Ταινίας: Στη Ρώμη με Αγάπη (2012)

Για την ταινία 'Στη Ρώμη με Αγάπη' του Γούντι Άλεν

Άρθρα | 06 Σεπτεμβρίου 2012 | SevenArt.gr





Του Ιάκωβου Γωγάκη(gogakis@sevenart.gr)
Πολλοί είναι αυτοί που ήδη ξεκίνησαν τα μουρμουρητά για το νέο δημιούργημα του Γούντι ΆλενΣτην Ρώμη με Αγάπη”, που βγαίνει σήμερα και στους δικούς μας κινηματογράφους. Έσπευσαν να προσδώσουν στο έργο τον χαρακτηρισμό “αφόρητα ανάλαφρο”, και ότι αποπνέει τον ίδιο αέρα με το “Μεσάνυχτα στο Παρίσι”. Η σύνθεση του παζλ της ιστορίας και η παρόμοια κινηματογραφική αισθητική βρέθηκαν στο στόχαστρο.
Είναι 77 χρονών. Έχει σκηνοθετήσει 50 ταινίες, δημιούργησε την πλέον πρωτότυπη κινηματογραφική τάση η οποία διδάσκεται ως ξεχωριστό μάθημα στα πανεπιστήμια για τη βαθιά φιλοσοφική εξερεύνηση των δύο φύλων, για τις αντιφάσεις και τα διλλήματα των σύγχρονων ατομικών και ηθικών αξιών (“Νευρικός Εραστής”, “Μανχάταν”) και ταξίδεψε επιτυχημένα μέχρι το χώρο της μεταφυσικής σε μια προσπάθεια να συλλάβει το άγνωστο (“Απιστίες και Αμαρτίες”, “Ζέλιγκ”).
Όπως γράψαμε στο Φεστιβάλ Καννών του 2011, στην πρεμιέρα του “Μεσάνυχτα στο Παρίσι”, από τον Άλεν δεν μπορούμε πια να περιμένουμε τα αριστουργήματα, αλλά αυτή η δική του ανακύκλωση ιδεών, μπορεί να είναι ακόμη ιδιαίτερα χρήσιμη. Η ιστορία που έπλασε στο Παρίσι κατάφερε να διοχετεύσει και κάποια μηνύματα για τον καταστροφικό ρόλο που παίζουν στη ζωή μας οι έμμονες ιδέες, η παραπλανητική εικόνα που έχουμε για τα ινδάλματα, η στασιμότητα των ανθρώπων όταν μένουν περιχαρακωμένοι στο παρελθόν και η δυστυχία που μπορεί να φέρει ο γάμος όταν αντιμετωπίζεται μόνο ως σύμβαση.
Αντίθετα εδώ, στις τέσσερις ιστορίες από τη Ρώμη μεταφέρνει με τον πιο απλοϊκό τρόπο ένα κομμάτι της εξελικτικής ψυχολογίας, ιδιαίτερα περίπλοκο και δαιδαλώδες. Η πεζή καθημερινότητα θα συναντηθεί με τις απόκρυφές ανθρώπινες επιθυμίες, και τότε για τους ήρωες της διπλανής πόρτας η πρώτη επιλογή είναι να υποκύψουν στον πειρασμό και να αρπάξουν το δέλεαρ του υποσυνείδητου. Ο αγαπημένος σκηνοθέτης ταυτίζεται με τον Άντι Γουόρχολ, που είπε κάποτε με δόση ειρωνείας πως όλοι κάποια στιγμή θα κερδίσουν 15 λεπτά διασημότητας.
Ο Γούντι Άλεν στην τελευταία του ταινία διερωτάται: τι είναι ακριβώς αυτό που λέμε “φήμη και διασημότητα” και τι αντιπροσωπεύουν; Είναι ένα καλοδουλεμένο εργαλείο του μάρκετινγκ ή έμφυτη ανάγκη της ανθρώπινης φυλής; Θα παρατηρήσετε ότι κανένας από τους χαρακτήρες δεν είναι δημιουργική ιδιοφυία, παρόλ’ αυτά φαίνεται ν’ απολαμβάνουν τη στιγμή που θα τους ανοίξει για λίγο το παράθυρο της κοινωνικής αναγνώρισης.
Ο κουστουμαρισμένος υπαλληλάκος (Ρομπέρτο Μπενίνι), ο τενόρος της μπανιέρας (Φαμπιο Αρμιλιάτο), η σεμνότυφη Ιταλίδα επαρχιώτισσα (Αλεσάντρα Μαστρονάρντι) και η δήθεν ιντελεξουέλ (Έλεν Πέιτζ) θα ακολουθήσουν τα κοινωνικά στερεότυπα που ελέγχονται από τα Μέσα Ενημέρωσης και τις νέες προκλήσεις αναγνώρισης και κοινωνικής καταξίωσης. Ο σπουδαίος Άλεν, ενώ πράγματι τους βάζει όλους στο ίδιο τσουβάλι, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η δόξα είναι μια αθέατη δύναμη που σαγηνεύει γιατί καλύπτει φοβίες και ανασφάλειες, θα καταλήξει λέγοντας πως υπάρχουν από την άλλη μεριά και οι ατομικές αξίες που μπορούν σε κάποιους ανθρώπους να τεθούν πιο πάνω από τις καταχρήσεις και το εφήμερο.
Προσέξτε πως χειρίζεται την σύγχρονη κουλτούρα του συστήματος που μας περιβάλλει. Το χλευάζει αλύπητα, χωρίς να κάνει πολιτικό κινηματογράφο. Παίζει κι εδώ με τα ίδια μέσα που μας έχει συνηθίσει. Μπορεί να μην μας συναρπάζει αλλά για κάποιο μυστήριο λόγο, ο Γούντι Άλεν εξακολουθεί να μας γοητεύει.

Κριτική Ταινίας: Επικίνδυνο Πάθος (2011)

Επικίνδυνο Πάθος (2011)

Αγγλικός Τίτλος:Bel Ami

Είδος:Δραματική
Διάρκεια: 95'
Γλώσσα:Αγγλικά
Χώρα:Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία
Εταιρεία Διανομής: Hollywood Entertainment
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 30/08/2012
Δείκτης Καταλληλότητας:
ακατάλληλο κάτω των 17
Βαθμολογία SevenArt: [3.0/10]

Βαθμολογία Επισκεπτών: [0.0/10]




Κριτική SevenArt:

Προβλήθηκε για πρώτη φορά στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βερολίνου, την είδα εκεί, επιβεβαιώνοντας τις χαμηλές μου προσδοκίες. Πρόκειται για μία από τις αδιάφορες ταινίες της νέας κινηματογραφικής σεζόν.
Η επιθυμία του νεαρού Georges Duroy ν’ αναρριχηθεί στα υψηλά στρώματα της γαλλικής κοινωνίας των αρχών του 20 αιώνα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια παραλλαγή της ιστορίας του Δον Ζουάν. Ο Georges Duroy εκμεταλλεύεται στο έπακρον τα εξωτερικά του χαρίσματα, ερωτοτροπώντας, όπως οι περιστάσεις το επιτάσσουν, με τις συζύγους μιας κλειστής παρέας μεγαλοαστών, που ελέγχουν την οικονομική και πολιτική κατάσταση στη Γαλλία και τις αποικίες της.
Είναι παρατηρητικός και απίστευτα πανούργος. Καταφέρνει με σαγηνευτική πειθώ να ρίχνει τα θηράματα του, από την άλλη μεριά όμως είναι ανάξιος να ανταποδώσει ότι απλόχερα εισπράττει. Παίζει μόνο για να κερδίσει.
Δεν χωράει κριτική στο έργο αυτό. Το τέλος είναι όλα τα λεφτά. Οι σκηνοθέτες Declan Donnellan και Nick Ormerod νομίζουν ότι θα μας συγκινήσουν και θα μας πείσουν ότι ο νεαρός ήταν αναγκασμένος να πορεύεται με αυτό τον τρόπο, γιατί γεννήθηκε φτωχός αλλά όχι τίμιος, και είναι κρίμα κι άδικο να ξαναγυρίσει στη φτώχεια που δεν αντέχει.
Υπάρχουν σκηνές έντονα θεατρικές (άλλωστε οι δημιουργοί της ταινίας έχουν θεατρική παιδεία) αλλά και άκρως απογοητευτικές μέσα σε σαλόνια και κρεβατοκάμαρες. Δεν μπορεί επ’ ουδενί να εισπράξει ο θεατής το “εσωτερικό εγώ” των αξιόλογων πρωταγωνιστών γιατί απουσιάζει το σκηνοθετικό όραμα και το στιβαρό σενάριο.
Αντίθετα ο Ρόμπερτ Πάτινσον στέκεται γερά στα πόδια του, μια και οι στιγμές που φωνάζει και χτυπιέται και εν γένει είναι εκτός εαυτού, δείχνουν ότι διαθέτει υποκριτική γκάμα ευρύτερη από ταινίες όπως το “Λυκόφως” ή σαν κι αυτή εδώ. Ιδανική η επιλογή του Κρόνενμπεργκ να τον επιλέξει ως κεντρικό πρόσωπο στο “Cosmopolis” που είδαμε στις Κάννες, και απ’ ότι μαθαίνω βρίσκεται στις βασικές προτιμήσεις του Βέρνερ Χέρτζογκ για τη νέα του ταινία.
Εύκολος ο ρόλος για την Ούμα Θέρμαν και για την πάντα εξαίρετη Κριστίν Σκοτ Τόμας.


http://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gifhttp://www.sevenart.gr/images/star3.gif (3/10)
Ιάκωβος Γωγάκης

Κριτική Ταινίας: Η Πωλίν στην Πλαζ (1983)

Η Πωλίν στην Πλαζ (Pauline à la plage), Ερίκ Ρομέρ, 1983
Θα μ' αγαπάς σαν καλοκαίρι και σαν παιδί, μα θα μου φύγεις με τ' αγέρι και τη βροχή”. Τους στίχους του Γιώργου Παπαστεφάνου θα μας θυμίσει ο σπουδαίος Γάλλος Ερίκ Ρομέρ, ίσως στην πιο παράξενη ερωτική κωμωδία που έγινε ποτέ. Έξι οικείοι χαρακτήρες που υποφέρουν από τη διαρκή αναζήτηση της συναισθηματικής τους γαλήνης, θα αποκαλυφθούν κάτω από το φως του θέρους, στο ονειρικό τοπίο των νορμανδικών ακτών. Η έφηβη Πωλίν επισκέπτεται την πρόσφατα χωρισμένη θεία της, την Μαριόν, και από τις συμπτώσεις και τις συγκυρίες που ακολουθούν θα συναντηθούν με διάφορα πρόσωπα του παρελθόντος και του παρόντος.
Ο Ρομέρ δείχνει αρχικά ότι συνωμοτεί εις βάρος μας, ότι μας παραπλανεί. Μας κάνει να πιστέψουμε ευφυώς ότι πρόκειται για ανάλαφρο παραμύθι, όταν ξετυλίγει ακόμα και με λεκτική απλότητα το ερωτικό γαϊτανάκι. Με υπαινιγμούς και στη συνέχεια με ξεκάθαρη σαφήνεια φτάνει στο απόγειο ενός φιλοσοφικού μανιφέστου, λέγοντας δύο-τρεις πικρές αλήθειες μέσα από τα λάθη των αποτυχημένων ηρώων του. Το να ζήσουμε γαλήνια δεν είναι ανέφικτο, αλλά εμείς οι ίδιοι με την πολύπλοκη σκέψη μας δυσκολεύουμε τους εαυτούς μας. Όσοι αναζητούν το εφήμερο ως διέξοδο των προβλημάτων τους είναι καταδικασμένοι να βασανιστούν, γιατί η απληστία απέναντι σε όσους μας αγαπούν και η επιφανειακή σεξουαλική ικανοποίηση δεν μπορεί να προσφέρει σε βάθος χρόνου μεγάλες προσδοκίες.
Η Πωλίν τελικά δεν είναι το κεντρικό πρόσωπο αλλά σε αυτήν ο Ρομέρ επενδύει. Στην αγνότητα των εφηβικών συναισθημάτων, σε αντίθεση με την Μαριόν που θα αυτοεγκλωβιστεί από τις επιθυμίες της, θα σνομπάρει την αληθινή αγάπη που της προσφέρει ο Πιέρ και ο εγωισμός της θα την κάνει δυστυχισμένη.
Μην περιμένετε από τον Ρομέρ να σας συναρπάσει με την σκηνική δράση και τα εφέ. Ποτέ δεν το έχει επιχειρήσει άλλωστε. Είναι έργο πάθους και πολύπλοκης σύλληψης, που καταγράφεται περίτεχνα με τον πιο απλό τρόπο.
ΙΑΚΩΒΟΣ ΓΩΓΑΚΗΣ

Φεστιβάλ Καννών 2012: Κριτική Cosmopolis

65o Φεστιβάλ Καννών: Συναρπάζει το 'Cosmopolis'

Φεστιβάλ | 25 Μαΐου 2012 | SevenArt.gr





Του Ιάκωβου Γωγάκη(gogakis@sevenart.gr)
Ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ βρίσκει ξανά τον παλιό καλό εαυτό του. Με το “Cosmopolis” κλείνει εδώ στις Κάννες μια άτυπη τριλογία αμερικανικών ταινιών του διαγωνιστικού τμήματος, που έχουν ως φόντο τις ταυτόσημες κοινές πορείες της ατομικής ηθικής, του σύγχρονου κόσμου και της κρίσης του καπιταλιστικού οικοδομήματος.
Αν ο Άντριου Ντομινίκ με το “Killing them Softly” και ο Βάλτερ Σαλες με το “Στο Δρόμο” προκάλεσαν μια σύγχυση για τον επιδιωκόμενο στόχο τους, ο Κρόνενμπεργκ πετυχαίνει να τον θίξει με ευκρίνεια και σαφήνεια. Πιάνει ξανά το νήμα της προσωπικής πτώσης και της κοσμογονικής αποσύνθεσης αλλά αυτή τη φορά τις τοποθετεί πιο έντονα από ποτέ μέσα στο κυρίαρχο καπιταλιστικό πλαίσιο, το οποίο σφυροκοπεί ανελέητα. Οι μεταλλάξεις του ανθρώπου, ο φόβος και η οργή του είναι αποτελέσματα ενός σύγχρονου τρόπου ζωής, άδικου και μελλοντικά καταδικασμένου.
Ο Κρόνενμπεργκ μέσα από τον κεντρικό του ήρωα μετασχηματίζει τις ανθρώπινες αδυναμίες (πχ αρρωστοφοβία) τις οποίες ερμηνεύει ως την παθογένεια του ιδεολογικού συστήματος. Μπορεί να χαρακτηριστεί σύμπτωση το γεγονός πως η ιστορία έχει κάποιες ομοιότητες με το “Holy Motors” του Λεό Καράξ που προβλήθηκε πριν δυο μέρες. Μόνο όμως στο γεγονός πως και δύο έχουν ως πυρήνα των ιστοριών τους έναν άντρα που ζει ουσιαστικά μέσα σε μια λιμουζίνα.
Ο ήρωας του Κρόνενμπεργκ, τον οποίο ερμηνεύει επιτυχημένα ο Ρόμπερτ Πάτινσον, έχει όλες τις ευκολίες που μπορεί ο ανθρώπινος νους να φανταστεί. Η λιμουζίνα είναι εξοπλισμένη με τεχνολογία που συναρπάζει. Εκεί μέσα κλείνει τις δουλειές του, εκεί κάνει τις ιατρικές του εξετάσεις, μέσα εκεί θα υποδεχθεί τις ερωμένες του. Μηχανικό σεξ χωρίς ο ίδιος να κουνηθεί από το κάθισμα του.
Αλλά ταυτόχρονά γνωρίζει ότι όλα αυτά είναι πρόσκαιρα, επιφανειακά. Η τεχνολογία και το χρήμα, η κοινωνική ανισότητα που όλο και αυξάνει, θα φέρει τη βία και την αναρχία. Ο ήρωας του συνειδητά αποσύρεται στο μοναχικό κλειστοφοβικό χώρο της λιμουζίνας, άλλωστε διαθέτει την αυτογνωσία του τι συμβαίνει στον περίγυρο του, αλλά η κατακερματισμένη του προσωπικότητα ως αποτέλεσμα μιας ζωής που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ελέγξει, τον κάνει δυστυχή και εσωτερικά απελπισμένο.
Ο “Spider” του 2002 ξανά στο προσκήνιο, εδώ πιο ακραίος, και πιο ξεκάθαρος. Ίσως κατηγορηθεί και πάλι ο Καναδός σκηνοθέτης ότι μένει μόνο σε μια πολιτική θεώρηση των πραγμάτων, αγνοώντας την κινηματογραφική αισθητική. Το “Cosmopolis” διαθέτει και αισθητική αξία, σίγουρα σκαλοπάτια πιο πάνω από την πρόσφατη “Επικίνδυνη Μέθοδο”.
Είναι δεδομένο πως θα διχάσει τους πάντες. Πιστεύω τελικά όμως πως θα εκτιμηθεί από κοινό και κριτικούς το επόμενο διάστημα, ίσως φτάσει να διεκδικεί και σημαντικά βραβεία. Δεν είναι το έργο που προκαλεί τον ενθουσιασμό μας, δεν είναι ούτε η καλύτερη ταινία που είδαμε στο 65ο Φεστιβάλ Καννών. Συγκαταλέγεται όμως στην καλύτερη πεντάδα.
Βαθμολογία: 3.5/ 5

Φεστιβάλ Καννών 2012: 6η μέρα

65o Φεστιβάλ Καννών: Μέρα Έκτη

Φεστιβάλ | 22 Μαΐου 2012 | SevenArt.gr





Του Ιάκωβου Γωγάκη(gogakis@sevenart.gr)
Με τον Κεν Λόουτς να βρίσκεται σε κέφια και να καταπιάνεται για πολλοστή φορά με λαϊκούς ήρωες της διπλανής πόρτας που βιώνουν δύσκολες καταστάσεις συνεχίστηκε η έκτη μέρα του 65ου Φεστιβάλ Καννών. Είχε προηγηθεί ο 89χρονος Αλέν Ρενέ με το "Ακόμα δεν έχετε δει τίποτα!".
Στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα, δύο σκληρές κοινωνικές ταινίες από τη Λατινική Αμερική κλέβουν την παράσταση.
Eπίσημο Διαγωνιστικό
The Angels' Share (Μ. Βρετανία)
Στο "The Angel's Share", ο Λόουτς ακολουθεί με την κάμερα του έναν νεαρό Σκωτσέζο που δεν έχει εργαστεί ποτέ του, αλλά μπλέκεται σε καβγάδες, έχει κάνει και φυλακή, ταυτόχρονα αναλογίζεται και την μετέπειτα ζωή του, την γυναίκα και το νεογέννητο παιδί του. Ψάχνει τρόπο να αλλάξει ρότα στη ζωή του. Ένα τυχαίο περιστατικό τον οδηγεί σε γευστικές δοκιμές ουίσκι κσι εκεί ανακαλύπτει ότι έχει ταλέντο. Αλλά ο μοναδικός τρόπος για να επιτύχει τον σκοπό του δεν είναι άλλος από μια πράξη που ξεπερνά την νομιμότητα. Κλέβει με την βοήθεια τεσσάρων συνοδοιπόρων του ουίσκι συλλεκτικό μεγάλης αξίας. Στόχος του είναι να το πουλήσει με αντάλλαγμα λίγα χρήματα και μόνιμη δουλειά.
Ο 75χρονος Λόουτς είναι συνεπής σε ό,τι έχει δηλώσει, εξακολουθεί την εντονότερη ενασχόληση του με τις περιπέτειες των αντιηρώων της κοινωνίας, ενω επηρεασμένος ακόμη περισσότερο τα τελευταία χρόνια από τον ιταλικό κινηματογράφο του ‘40 και ‘50 δεν αφήνει ούτε λεπτό τον νεαρό ήρωα του. Δεν θυμάμαι αν υπάρχει έστω και μία σκηνή χωρίς τον Ρόμπι. Η ταινία του έχει στιγμές ασυγκράτητου γέλιου, ορίζει έξοχα το τι εστί κοινωνικός ρεαλισμός και δίνει παράλληλα μια εικόνα σύγχρονης ζωής βίαιης, που δεν χαρίζει κάστανα, έτοιμης να συντρίψει τον αδύναμο και να μην αφήσει περιθώριο επανόρθωσης των λαθών με μια δεύτερη ευκαιρία.
Το σενάριο ανήκει στον επί δεκαπέντε χρόνια συνεργάτη του Λόουτς, Πολ Λάβερτι (πρώτη τους ταινία το "Τραγούδι της Κάρλα" το 1996).
Μην περιμένετε κάποιο αριστούργημα. Δεν είναι. Καμιά φορά όμως, όπως τώρα, δεν χρειάζεται να δούμε την απόλυτη ταινία για να αναγνωρίσουμε την αξία της. Το "The Angel's Share" είναι εύστοχο, γρήγορο, διασκεδαστικό, και πιστεύω θα αρέσει στους περισσότερους.

Ένα Κάποιο Βλέμμα
Λευκός Ελέφαντας (Αργεντινή)
Εικόνες σκληρές και δυστυχώς σύγχρονες, που προκαλούν θυμό και εκνευρισμό για το γεγονός ότι δεν έχει αλλάξει προς το καλύτερο η ζωή των φτωχών και εξαθλιωμένων στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Ο "Λευκός Ελέφαντας" ασχολείται ρεαλιστικά με την καθημερινότητα δύο ιερέων, του Τζουλιάν και του Νίκολας, και μιας κοινωνικής λειτουργού (την οποία ερμηνεύει η Μαρτίνα Γκούσμαν), σε μια παραγκούπολη έξω από το Μπουένος Άιρες.
Εκεί όπου όλοι παίζουν τη ζωή τους κορόνα γράμματα. Έχουν να αντιμετωπίσουν επικίνδυνες καταστάσεις, για να υπερασπιστούν το αυτονόητο. Την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο 41χρονος Πάμπλο Τραπέρο σκύβει και προσεγγίζει με ιδιαίτερη σαφήνεια πραγματικές καθημερινές ιστορίες, αποκομμένες από το προβεβλημένο κομμάτι της Αργεντινής. Η εγκληματικότητα, οι ασθένειες, η φτώχεια και η ανυπαρξία του κράτους δικαίου μπαίνουν στο στόχαστρο του. Ο παραλογισμός σε όλο του το μεγαλείο όταν ανυψώνονται τεράστια κτίρια μέσα σε γειτονιές με ανεπίλυτα κοινωνικά ζητήματα. Θα μπορούσε ο Τραπέρο να το προσέγγιζε και σαν ντοκιμαντέρ. Η ταινία θα προβληθεί σύντομα και στη χώρα μας.

After Lucia (Μεξικό)

Ένα φιλμ που χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς και ίσως ό,τι καλύτερο έχουμε δει σ’ αυτή την κατηγορία. Έρχεται από το Μεξικό και τον νεαρό σκηνοθέτη Μισέλ Φράνκο.
Μια μαθήτρια υπόκειται σωματικό και ψυχικό βασανισμό από τους συμμαθητές της, όταν κυκλοφορεί ένα βίντεο τη στιγμή της σεξουαλικής συνεύρεσής της με έναν συνομήλικο της. Είναι υποχρεωμένη να απολογηθεί, να χλευαστεί και τελικά να απομονωθεί από τον κοινωνικό περίγυρο. Κάτι παρόμοιο είχαμε δει στις ελληνικές αίθουσες πριν μερικές βδομάδες στο ανάλαφρο νορβγηγικό "Άναψέ με".
Εδώ, δεν υπάρχει διάθεση για αστεϊσμούς. Το κορίτσι δεν αντιδρά. Αντίθετα, από φόβο γίνεται πειθήνιο όργανο της ίδιας της κοινωνίας. Εξαιρετικοί οι συμβολισμοί του σκηνοθέτη για την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που χαίρονται με τη δυστυχία του άλλου, με την αίσθηση της υπεροχής έναντι της υποταγής. Κάτι μου λέει πως όλο και κάποιο βραβείο θα μαζέψει η ταινία του Φράνκο. Θα επανέλθω σύντομα με εκτενή κριτική.

Φεστιβάλ Καννών 2012: Αγάπη Χάνεκε

65o Φεστιβάλ Καννών: Μέρα Πέμπτη

Φεστιβάλ | 21 Μαΐου 2012 | SevenArt.gr





Του Ιάκωβου Γωγάκη(gogakis@sevenart.gr)
Οι Γάλλοι διοργανωτές για μια ακόμη φορά πιάστηκαν ανέτοιμοι να διαχειριστούν την βροχόπτωση του τελευταίου 24ώρου, με αποτέλεσμα την πολύωρη ταλαιπωρία κοινού και δημοσιογράφων. Η έναρξη της επίσημης προβολής της ταινίας του Μίκαελ ΧάνεκεΑγάπη” είχε αρκετή καθυστέρηση, όπως και το “Like someone in love” του Ιρανού Αμπάς Κιαροστάμι για το οποίο θα αναφερθούμε με κριτική μας σύντομα.
Eπίσημο Διαγωνιστικό
Αγάπη (Αυστρία, Γαλλία)

Ο Χάνεκε, τρία χρόνια μετά τη “Λευκή Κορδέλα” που του χάρισε τον Χρυσό Φοίνικα των Καννών, αποδομεί την έννοια της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης σε μια ιστορία ακραία φιλοσοφική και ταυτόχρονα ρεαλιστική αλλά και απαισιόδοξη για τη γήρανση, τον θάνατο και το νόημα της πραγματικής αγάπης.
Σε ένα αστικό παριζιάνικο σπίτι γεμάτο βιβλία, η ευτυχισμένη καθημερινότητα του Τζορτζ και της Άνν θα ανατραπεί όταν η τελευταία (συνταξιούχος καθηγήτρια μουσικής) θα υποστεί μια σειρά από εγκεφαλικά επεισόδια που παραλύουν το ένα της χέρι. Ο Τζορτζ είχε υποσχεθεί στη γυναίκα του πως πότε δεν θα την άφηνε σε ίδρυμα ή σε νοσοκομείο. Βρίσκεται όμως αντιμέτωπος με μια κατάσταση πρωτόγνωρη, δύσκολη και οδυνηρή, όπου ο φόβος και η απόγνωση δοκιμάζουν τις αντοχές του.
Η μεγαλοφυΐα του Αυστριακού δημιουργού να απογυμνώσει σταδιακά το σώμα και την ψυχή της ηρωίδα του, σηματοδοτεί το πέρασμα της σχέσης του ζευγαριού σε ένα άλλο επίπεδο, όπου οι ίσοι καθορισμένοι ρόλοι παύουν να υπάρχουν. Απλουστευμένα, υπάρχει ο ένας που προσφέρει και ο άλλος που υποφέρει. Ο Χάνεκε, όπως πράττει σχεδόν σε όλη του τη φιλμογραφία, δίνει νόημα κι εδώ απόλυτα υπαρξιακό και ακολουθεί τα βήματα του Στρίντμπεργκ σε μια παραλλαγή του έργου “Ο Χορός του Θανάτου”.
Ο παραλογισμός δίνει μάχη να σπάσει τις αντιστάσεις και να συντρίψει τα συναισθήματα. Με τα ιδιαίτερα κοντινά πλάνα του, ο Χάνεκε θέλει και καταφέρνει επιτυχώς να προσδώσει τον φόβο των δύο ηρώων απέναντι σε αυτό που έρχεται, ο καθένας αντιμετωπίζοντας τον με διαφορετικό τρόπο. Υπάρχουν και οι πιο ανάλαφρες στιγμές που σπάνε την δραματική κατάσταση, θυμίζοντάς μας τον Βρετανό σκηνοθέτη Μάικ Λι στο πρόσφατο “Μια χρονιά Ακόμα”.
Καθηλωτικές και συγκλονιστικές οι ερμηνείες των Γάλλων ηθοποιών Ζαν Λουί Τρεντινιάν και Εμανουέλ Ριβά, που δεν θα μας εξέπλητταν οι βραβεύσεις τους το Σάββατο το βράδυ.

Ειδικές Προβολές
Les Invisibles (Γαλλία)

Ο ιδιαίτερος δημιουργός Σεμπάστιεν Λίφσιτζ στο δίωρο του ντοκιμαντέρ, επιλέγει ομοφυλόφιλους άντρες και γυναίκες που γεννήθηκαν την περίοδο του Μεσοπολέμου και εξηγούν μπροστά στο φακό όλα τα στάδια της ζωής τους. Τους φόβους τους, τις επιθυμίες τους, την αίσθηση της ελευθερίας όταν είσαι ο εαυτός σου χωρίς ταμπού και ενοχές.
Οι συνεντευξιαζόμενοι μιλούν μπροστά στο φακό χωρίς την εμφανή παρουσία του συνεντευκτή. Ένας γκέι βοσκός, ένα ζευγάρι αντρών άνω των 80, ένα ακόμα κοντά στα 60 και δύο γυναίκες ακτιβίστριες. Δεν έχουν να κρύψουν τίποτα, αντίθετα μέσα από την πηγαία τους αισιοδοξία μεταφέρουν στις νεότερες γενιές το μήνυμα της σεξουαλικής απελευθέρωσης

Φεστιβάλ Καννών 2012: The Hunt

65o Φεστιβάλ Καννών: Μέρα Τέταρτη

Φεστιβάλ | 20 Μαΐου 2012 | SevenArt.gr





Του Ιάκωβου Γωγάκη(gogakis@sevenart.gr)
Κυνήγι μαγισσών χολιγουντιανών προδιαγραφών από τον Τόμας Βίντερμπεργκ θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της τετάρτης ημέρας του 65ου Φεστιβάλ Καννών, μια και η νέα ταινία του Δανού σκηνοθέτη (και μόνιμου θαμώνα του γαλλικού φεστιβάλ) μονοπώλησε το ενδιαφέρον δημοσιογράφων, επαγγελματιών και κοινού.
Επίσημο Διαγωνιστικό
The Hunt (Δανία)

Μια πληροφορία που διαδίδεται σαν αστραπή, μια κατηγορία που δυσκολεύεσαι να αποδείξεις ότι δεν είναι αλήθεια. Ο Δανός σκηνοθέτης μετά από ένα μεγάλο διάλειμμα αντιφατικών κινηματογραφικών αναζητήσεων, βρίσκεται ξανά στο δρόμο του βίαιου ρεαλισμού (όπως επίσης έπραξε το 2010 με το “Submarino”), θέτει ξανά ηθικά ζητήματα και ξεγλιστράει επιτυχώς από τις παγίδες του κλασσικού μελοδράματος.
Το “The Hunt” διαθέτει μερικά από τα χαρακτηριστικά που μας έκαναν να αγαπήσουμε την “Οικογενειακή Γιορτή” δεκατέσσερα χρόνια πίσω. Και δεν αναφερόμαστε σ’ αυτό καθ’ αυτό το Δόγμα ‘95. Είναι κάτι διαφορετικό. Είναι η αίσθηση της ανήσυχης ηρεμίας πριν την καταιγίδα. Της συνεύρεσης με φίλους σε ένα τραπέζι, όταν μια σπίθα είναι αρκετή να προκαλέσει την έκρηξη.
Εν προκειμένω αυτή η σπίθα μετατρέπεται σε φωτιά όταν από το στόμα ενός μικρού κοριτσιού, της Κλάρα, υπονοείται ότι ο κολλητός φίλος του πατέρα της, την κακοποιούσε σεξουαλικά. Μετά την Κλάρα ακολουθούν τουλάχιστον δύο παιδιά ακόμα που ισχυρίζονται το ίδιο. Ο Λούκας (Μαντς Μίκελσεν) αρνείται τα πάντα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή έψαχνε την ισορροπία του μετά το πρόσφατο διαζύγιο από τη σύντροφό του. Η ζωή του θα πάρει τραγική τροπή όταν το μικρό χωριό στο οποίο κατοικεί τον θεωρεί ανεπιθύμητο. Η ψυχολογική βία που του ασκείται μετατρέπεται και σε σωματική. Ο Λούκας απομονώνεται στο σπίτι του αλλά ούτε εκεί μπορεί να βρει την ηρεμία που θέλει.
Η κάμερα του Βίντερμπεργκ ακολουθεί βήμα βήμα το κεντρικό πρόσωπο, προδιαθέτοντας μας για ό,τι θα ακολουθήσει. Από τις αρχικές στιγμές χαράς και ευφορίας, στον τρόπο διαχείρισης της κατάστασης που δημιουργείται, μέχρι την κατάπτωση του και την μόνιμη θλίψη του. Ο Δανός σκηνοθέτης παίζει ένα έξυπνο παιχνίδι κρατώντας σε εγρήγορση τον θεατή, που βρίσκεται κυριολεκτικά με κομμένη την ανάσα.
Πρόκειται για ένα ψυχολογικό θρίλερ επιπέδου όπου ο ένοχος υπονοείται, αποκαλύπτεται, ή ίσως δεν υπήρξε και ποτέ. Από την άλλη μεριά απομυθοποιεί την παιδική αθωότητα. Η μικρή Κλάρα από ένστικτο και εξυπνάδα δεν λέει καθαρά τι υπέστη. Θα μπορούσε ο θύτης να ήταν ένας επιδειξιμανίας, ένας φετιχιστής, μέχρι βέβαια και παιδεραστής. Ταυτόχρονα μας βάζει σε μια διαδικασία να σκεφτούμε πόσο δύσκολο έως ανέφικτο είναι να αποδειχτεί το αυτονόητο, όταν η κατηγορία προέρχεται από ένα παιδί.
Ο Βίντερμπεργκ δεν αποφεύγει κάποια κλισέ χολιγουντιανού τύπου, αντίθετα όταν του δίνεται η ευκαιρία τα χρησιμοποιεί. Κάποιος ρίχνει μια πέτρα και σπάει το τζάμι της κουζίνας, αλλά δεν βρίσκει τον επιθυμητό στόχο. Ο Λούκας ανοίγει την εξώπορτα να βρει τον υπαίτιο και βλέπει τον σκύλο του να κείτεται νεκρός. Προειδοποίηση; Σκηνή πανομοιότυπη με εκείνη στο δικαστικό δράμα “Ετυμηγορία” του Τζόελ Σουμάχερ το 1996.
Εξαιρετικός για ακόμα μια φορά και ιδανικός για τον συγκεκριμένο ρόλο ο βραβευμένος ηθοποιός Μαντς Μίκελσεν.